Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Υπόγεια ρεύματα


1.Ο Χρόνης Μπότσογλου, σύγχρονος και σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος, για πολλά χρόνια πήγαινε κάθε Κυριακή να συντροφεύει τη μητέρα του, η οποία ήταν άρρωστη,  και τις ώρες που καθόταν απέναντί της, έκανε διάφορες σκέψεις για κείνην και συγχρόνως τη ζωγράφιζε. Έτσι μας έδωσε μια θαυμάσια σειρά από δεκάδες πορτραίτα της μητέρας του.

«Όλα τα έργα έγιναν εκ του φυσικού. Πήγαινα και καθόμουν μαζί της. Ήταν ο μόνος τρόπος για ν’ αντέξω τελικά. Όταν τελείωσα και έδειξα τα έργα, έκανα δυο χρόνια να πάω να δω τη μητέρα μου. Μέσω της ζωγραφικής ήταν σαν να την είχα κηδέψει.» λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του.



Στο βιβλίο του «Σάββατο» (Νεφέλη 2006), ο Βρετανός συγγραφέας Ίαν Μακ Γιούαν περιγράφει μια σαββατιάτικη μέρα από τη ζωή του Χένρυ, ενός γιατρού.

Μέσα στις υποχρεώσεις τη μέρας αυτής είναι και μια επίσκεψη στη μητέρα του. Έτσι, το συγκεκριμένο Σάββατο, όπως κάθε εβδομάδα, κάνει την καθιερωμένη επίσκεψη στη μητέρα του, σε κάποιο οίκο ευγηρίας.  Προσπαθώντας μάταια να κρατήσει μια συζήτηση  με την πάσχουσα από άνοια μητέρα του, κοιτάζει μια νεανική φωτογραφία της και αναπολεί τις παλιές εποχές. Κι εμείς διαβάζουμε μερικές σελίδες έξοχης λογοτεχνίας για τη σχέση του γιου με τη μητέρα, σχέση η οποία μας βάζει σε σκέψεις κοιτάζοντας και τα έργα του Μπότσογλου.


2.Το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ το κέρδισε φέτος ο Γιώργος Μητάς. Το γεγονός με χαροποίησε γιατί το βιβλίο του το διάβασα το χειμώνα, με ενθουσίασε και το πρότεινα θερμά στους φίλους μου. Πρόκειται για τις «Ιστορίες του Χαλ» (Κίχλη 2011), τρία διηγήματα για την κρύα και σκοτεινή πόλη Χαλ, στη Βόρεια Αγγλία. 


Είναι θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μετασχηματίζει το παγωμένο σκοτάδι της μοναξιάς σε θερμό φως ανθρώπινης συντροφικότητας. Πώς παίρνει το μικρό, τετριμμένο και καθημερινό και το ανυψώνει σε κάτι μοναδικό.

Η τέχνη αυτή του συγγραφέα ήρθε συνειρμικά στο μυαλό μου όταν επισκέφθηκα  -την πρώτη μέρα της Άνοιξης - την έκθεση του Χρίστου Παπαδάκη, μια αναδρομική – επετειακή, όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος – έκθεση, στη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας,   με έργα σε μικρή κλίμακα τα περισσότερα.
Γιατί και στα έργα του Παπαδάκη, όπως και στα διηγήματα του Μητά, το απλό γίνεται σπουδαίο. Το ταπεινό, αποκτά ένα μεγαλείο.

Ένα τσαμπί σταφύλι, ένα τόσο δα κλωναράκι ανθισμένης μυγδαλιάς, ένας εξαϋλωμένος γέροντας, ένας βράχος…  


Τα μολύβια του χαϊδεύουν μάγουλα κοριτσιών…




...και τα κάρβουνά του – το φόρτε, νομίζω, της έκθεσης – μετουσιώνουν τη μαυρίλα σε αστραφτερό φως, δίνουν σε μαύρο - άσπρο όλο το όργιο του καλοκαιριού, τον γαλανό ουρανό, τα καψαλισμένα απ’ τον ήλιο χόρτα όπως τα γέρνει ο άνεμος, και πέρα τη θάλασσα να στραφταλίζει στ’ ασήμια του μεσημεριού…σχεδόν ακούς «το σαματά των τζιτζικιών» που θά ’ναι κρυμμένα κάπου εκεί.


Με άγγιξε αυτό το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι στα έργα του Παπαδάκη.  Γιατί όπως λέει ο ίδιος, ο οποίος είναι και ποιητής :
«Ο ζωγράφος είναι ένα είδος υφαντουργού…ξηλώνει το σκοτάδι και το υφαίνει φως

3. Την ίδια μέρα πήγα στα εγκαίνια της έκθεσης «Ενθύμια Τόπων ΙΙ», της ζωγράφου Γεύσως Παπαδάκη – είδατε σύμπτωση με τα επίθετα; - στη γκαλερί ASTRA
Είχα μόλις τελειώσει το  βιβλίο  του Τζούλιαν Μπαρνς «Ένα κάποιο τέλος» (Μεταίχμιο 2011) (βλ. και προηγούμενη ανάρτηση, ), στο οποίο ο συγγραφέας μιλά για τη μνήμη και για τα παιχνίδια που μας παίζει.



Έτσι είδα τον κάθε πίνακα σαν ένα παράθυρο στη μνήμη της ζωγράφου. Μια καταγραφή των εντυπώσεων που μένουν αφού πια έχεις φύγει από έναν τόπο,  άλλες έντονες κι άλλες αχνές σαν αμυδρές αναμνήσεις, ανάλογα με τα βιώματα που έζησες εκεί. Θραύσματα εικόνων σε επάλληλες στρώσεις, ένας πύργος, μια αγορά, μια γέφυρα, ένα πρόσωπο σ’ ένα παράθυρο… και τόπους τόπους λευκός ο καμβάς, να υποδηλώνει κάτι σβησμένο απ’ τη μνήμη, κάτι εντελώς ξεχασμένο.


 Πολύ εύστοχα, ο Νίκος Βατόπουλος στην κριτική του (εδώ), έδωσε το χαρακτηρισμό «παλίμψηστο» στα έργα, έτσι καθώς τα στρώματα των εντυπώσεων επικαλύπτονται.


Μου άρεσε  αυτό που έβλεπα γιατί οι πίνακες ανέδιδαν έναν κοσμοπολιτισμό μαζί με μια εσωτερικότητα, προκαλώντας με να αναλογιστώ ταξίδια μακρινά, αλλά και  τόπους κοντινούς κι αγαπημένους, περιπλανήσεις σε σοκάκια πόλεων και σε δαιδάλους της μνήμης, αλλά κυρίως - επηρεασμένη κι από το βιβλίο - να στοχαστώ πάνω στην επιλεκτικότητα της μνήμης, η οποία μπερδεύει της αναμνήσεις όπως της αρέσει,  κρατά ό,τι θέλει και σβήνει τα υπόλοιπα.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση», όπως γράφει η Κική Δημουλά στο ποίημά της «Αυτοσυντήρηση».

Και τέλος, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν υπόγεια ρεύματα που διατρέχουν τις ηπείρους, συνδέουν τους ανθρώπους, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους δημιουργούς σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ή αυτά υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας, στη μνήμη μας, η οποία με συνειρμούς ανακαλεί εικόνες και διαβάσματα και υφαίνει το δικό της δίχτυ παγιδεύοντας τους στοχασμούς μας…








Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Διαβάζοντας για τη μητέρα


Με είχαν καλέσει πέρσι, να κάνω μια ομιλία για τη μητέρα, όπως παρουσιάζεται μέσα από λογοτεχνικά κείμενα. Σκέφτηκα, λοιπόν σήμερα να σας παρουσιάσω μερικά από τα βιβλία εκείνης της ομιλίας, αλλά και κάποια καινούρια, που διάβασα μετά.Παλιά, είχα παρακολουθήσει ένα βιωματικό σεμινάριο για τη διαχείριση της σχολικής τάξης. Μου είχε κάνει εντύπωση, τότε, πώς η προσωπικότητα της μητέρας του καθενός από μας, είχε επιδράσει σε μεγάλο βαθμό στη συμπεριφορά μας ως ενήλικες.  Γι αυτό διάλεξα και κάποια βιβλία, τα οποία αν  και δεν έχουν ως κύριο θέμα τη μάνα, μέσα  από τις γραμμές τους αναδύεται η επίδραση της μητέρας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των παιδιών της.
Γκούσταφ Κλιμτ - Μητέρα και παιδί
1. «ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ», Νταβίντ Γκρόσμαν, (Καστανιώτης)
Ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα από το Ισραήλ. Αν και ο συγγραφέας είναι άντρας, γονιός, όμως, κι αυτός,  παρουσιάζει αριστοτεχνικά την αγωνία της μάνας που τρέμει για το γιο της, ο οποίος έφυγε για πολεμικές επιχειρήσεις.
Η μάνα προσπαθεί να ξορκίσει το κακό με διάφορα κόλπα. Φεύγει από το σπίτι για να μην την βρουν αυτοί που θα έρθουν να της αναγγείλουν το νέο που τόσο φοβάται. Μιλάει συνεχώς για το γιο της, περιγράφοντας όλες τις στιγμές της ζωής του, πιστεύοντας πως όσο μιλάει γι αυτόν θα είναι ασφαλής.
Σε μια μοναδική σκηνή η μάνα σκάβει με τα χέρια της έναν μικρό λάκκο στο χώμα και χώνει το πρόσωπο της μέσα. Καθώς γεύεται τη γεύση του χώματος «… σαν καρφί είχε μπηχτεί στο μυαλό της η σκέψη πως έπρεπε, έπρεπε να ξέρει πώς είναι, άλλωστε κι όταν ήταν μωρό δοκίμαζε πριν απ’ αυτόν ό,τι του είχε ετοιμάσει, να δει μήπως ήταν ζεστό ή παραήταν αλμυρό». Και μετά, πάντα με το πρόσωπο χωμένο στο χώμα της μιλάει, μιλάει στη Γη για το παιδί της. «Τι κάνω, σκέφτηκε, της μιλάω γι αυτόν, γιατί της μιλάω γι αυτόν, και τρόμαξε, ίσως την ετοιμάζω για κείνον, για να ξέρει πώς να τον περιποιηθεί».
Να σημειώσω ότι ο γιος του Γκρόσμαν σκοτώθηκε όταν τελείωνε το γράψιμο του βιβλίου αυτού.

2. «ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ», Σώτη Τριανταφύλλου, (Πατάκης)
Στην τραγωδία του Ευριπίδη ΕΚΑΒΗ ιστορούνται τα δεινά του πολέμου και της σκλαβιάς και περιγράφεται πώς η χαροκαμένη Εκάβη εκδικείται με φοβερό τρόπο τον φονιά του μικρού της γιου, Πολύδωρου. Έτσι μέσα από την τραγική φιγούρα της μητέρας ο Ευριπίδης μας δείχνει πώς ο πόλεμος μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα, είτε αυτοί είναι οι θύτες είτε τα θύματα. Δικαιολογούμε όμως, κάπως, την πράξη της Εκάβης, γιατί καταλαβαίνουμε πως δεν μπορεί ποτέ μια μητέρα να συγχωρέσει το φονιά του παιδιού της.
Κι όμως, μια σύγχρονη ελληνίδα συγγραφέας, η Σώτη Τριανταφύλλου, βλέπει το θέμα από άλλη οπτική γωνία.
Στην Αμερική, το 1994, εξαφανίζεται ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Η μητέρα του Αντόνια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, βλέπει εφιάλτες και η σχέση της με τον άντρα της κλονίζεται μέχρι που αυτός την εγκαταλείπει. Μετά από έξι ολόκληρα χρόνια ο φονιάς συλλαμβάνεται και ομολογεί.  Ακολουθεί η καταδίκη του σε θάνατο.  Η Αντόνια αισθάνεται την επιθυμία να γνωρίσει τον άνθρωπο αυτόν και τον επισκέπτεται στη φυλακή. Ξαφνιάζεται που δεν βλέπει απέναντι της ένα τέρας, αλλά ένα συνηθισμένο άνθρωπο, δεν αισθάνεται πια μίσος γι αυτόν και αρχίζει να σκέφτεται πως η εκτέλεσή του δεν πρόκειται να της φέρει πίσω το παιδί της.
Ακόμη, βλέπει μέσα στο κτήνος και την ανθρώπινη πλευρά, όταν μαθαίνει πως κι αυτός είχε κακοποιηθεί μικρός από τον πατέρα του..
«Αν πεθάνει το κτήνος, θα πεθάνει κι ο άνθρωπος» λέει, και στο τέλος τον συγχωρεί για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της.

3. ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Ζοζέ Σαραμάγκου, (Καστανιώτης)
Όταν σε μια πόλη πέφτει επιδημία τύφλωσης, η μόνη γυναίκα που για κάποιο μυστηριώδη λόγο δεν τυφλώνεται, παίρνει υπό την προστασία της μια μικρή ομάδα τυφλών και τους καθοδηγεί. Και αναγκάζεται για χάρη τους να κάνει πολύ σκληρά πράγματα, να ταπεινωθεί, να σκοτώσει, πράξεις και θυσίες, τις οποίες μόνο μια μάνα θα έκανε για τα παιδιά της. Επειδή πιστεύω πως κάθε γυναίκα έχει στα γονίδια της το μητρικό φίλτρο, είτε αυτή έγινε  μάνα, είτε όχι, διαβάζοντας το βιβλίο αυτό του Πορτογάλου νομπελίστα, σκεφτόμουν πάντα τη γυναίκα αυτή σαν μια μητέρα γι αυτούς τους τυφλούς.

4. «Η ΑΝΑΣΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΜΑΣ», Περιχάν Μαγκντέν, (Μελάνι)
Η Τουρκάλα συγγραφέας Περιχάν Μαγκντέν στο βιβλίο της μας δείχνει πόσο ισχυρό είναι το μητρικό φίλτρο, ακόμη και σε μια μάνα της οποίας το μυαλό έχει σαλέψει. Κάνει τις πιο τρελές πράξεις για να προστατέψει την κόρη της από φανταστικούς εχθρούς.

5. «ΜΑΜΑ», Μαργαρίτα Καραπάνου, (Ωκεανίδα)
«Σας λατρεύω. Έλεος… Κάνε μου τη χάρη να μ’ αγαπήσεις…» εκλιπαρεί τη μητέρα της η συγγραφέας. Η Καραπάνου μεγάλωσε με την αίσθηση πως η όμορφη, πετυχημένη, ανεξάρτητη μητέρα της δεν την αποδεχόταν, κι αυτό ήταν το παράπονό της. Σ’ ένα σπαρακτικά εξομολογητικό κείμενο της μιλά και της εκφράζει τη λατρεία αλλά και το μίσος της, το παράπονο και την αποστροφή της.
Εδώ μπορείτε να βρείτε μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου από τον Μανώλη Ανδριωτάκη.
 «Η μαμά κάθεται στην πολυθρόνα της. Τα μαλλιά της είναι κάτασπρα. Έξω βροντάει. Είναι τόσο αδύνατη! Τόσο γριά! Έτσι τη θέλω. Δικιά μου…»
Χρόνης Μπότσογλου -Η μητέρα του ζωγράφου
λέει, κοιτάζοντας τη μητέρα της, ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με τα λόγια αυτά, δείχνει πόσο απελπισμένα επιθυμούσε την αγάπη της μητέρας της, την οποία δεν είχε, όσο αυτή ήταν νέα και όμορφη.
Πράγματι, το να βιώνει ένα παιδί την απόρριψη της μητέρας είναι κάτι που δύσκολα το αντέχει.

6. «ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ», Τζόναθαν Κόου, (Πόλις)
Εδώ η απόρριψη που βιώνει ένα κορίτσι όταν χάνει τον αγαπημένο σκύλο της μητέρας του, φαρμακώνει τόσο πολύ τη ζωή του, ώστε, όπως η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από την περιγραφή οικογενειακών φωτογραφιών, το δηλητήριο περνά από γενιά σε γενιά διαταράζοντας τις σχέσεις και οδηγώντας την να απορρίψει κι εκείνη με τη σειρά της την κόρη της, αλλά και την κόρη της να απορρίψει αργότερα το δικό της παιδί.

Δεν είναι όμως μόνον η απόρριψη που πληγώνει τα παιδιά. Ας γυρίσουμε πάλι στην Καραπάνου. Αν και λατρεύει τη μητέρα της, περιμένει το θάνατό της για να ελευθερωθεί.
«Το σπίτι είναι πάντα δικό σου, δεν έχω αλλάξει τίποτα. Κι όμως κάτι αισθάνομαι. Μια λύτρωση», της λέει μετά το θάνατό της.
Γιατί ένα παιδί να αισθανθεί λύτρωση με το θάνατο της μάνας του;
Μήπως η τάση της μητέρας να προστατεύσει τα παιδιά της τείνει να μετατραπεί σε καταπίεση, σε μια σχέση εξουσίας της μάνας πάνω στη ζωή του παιδιού της;
7. «ΔΙΟΡΘΩΣΗ», Τόμας Μπέρνχαρντ, (Εξάντας)
Από την Αυστρία μας έρχεται μια ιστορία, στην οποία ο συγγραφέας σ’ ένα απαιτητικό, δύσκολο κείμενο, μιλά για ένα αυτόχειρα επιστήμονα του οποίου η ζωή μοιάζει αρκετά εκκεντρική. Προς το τέλος του βιβλίου, διαφαίνεται η αιτία αυτής της ιδιορρυθμίας, καθώς μέσα από το ημερολόγιό του ο νεκρός εκφράζεται με τα χειρότερα λόγια για τους γονείς του και κυρίως για τη μητέρα του:
«Θυμούμαι ότι η μητέρα μου το καλοκαίρι με φυλάκιζε πάντοτε στο εντελώς εκτεθειμένο στον ήλιο, στο λεγόμενο ανατολικό δωμάτιο του εξώστεγου, αν δεν κατόρθωνε να μου επιβάλει τη θέλησή της…» «Θυμούμαι ότι επιπλέον συνεχώς μου έλεγε, μακάρι να μη με είχε, ήθελε να με πληγώσει και με πλήγωνε, ήμουν η πεμπτουσία του κακού ήδη σε μια ηλικία στην οποία κάτι τέτοιες  παρατηρήσεις μπορεί να είναι θανάσιμες, μπορεί να επιδράσουν θανάσιμα στην ψυχή

Τα όρια της μητρικής εξουσίας διερευνά και μια Αμερικανίδα συγγραφέας, η Τόνι Μόρισον. Η Μόρισον είναι μαύρη και ασχολήθηκε πολύ με την ιστορία των σκλάβων και το ζήτημα της δουλείας.
8. «ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», Τόνι Μόρισον, (Νεφέλη)
Στο βιβλίο που είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία,  μια μαύρη σκλάβα η οποία βιάστηκε, μαστιγώθηκε και βασανίστηκε σκληρά από τους λευκούς αφέντες της, κάποια στιγμή καταφέρνει με τα παιδιά της να το σκάσει. Οι διώκτες όμως την ανακαλύπτουν μετά από καιρό, κι εκείνη όταν τους βλέπει να πλησιάζουν καταφεύγει στην παιδοκτονία.
Εδώ η μητέρα σκοτώνει το παιδί της από αγάπη. Για να το προστατεύσει. Το φάντασμα, όμως του μικρού κοριτσιού, η Αγαπημένη, στοιχειώνει τη ζωή της μητέρας, την ακολουθεί κατά πόδας και δεν την αφήνει να ησυχάσει.

9. «ΕΛΕΟΣ», Τόνι Μόρισον (Νεφέλη)
Και μια ακόμη ηρωίδα σε ένα άλλο, συγκλονιστικό βιβλίο της Τόνι Μόρισον,  πληγώνεται από τη χρήση εξουσίας της μητέρας στη ζωή της.
Στο σπίτι του λευκού αφέντη καταφθάνει ένας ξένος, στον οποίο ο αφέντης χρωστά χρήματα. Εκείνος του προτείνει να του δώσει κάποια σκλάβα έναντι του ποσού. Η μικρή Φλόρενς στέκεται δίπλα στη μητέρα της, η οποία κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό αδελφό της.  Ο ξένος δείχνει τη μητέρα της. Θα πάρω αυτήν, λέει, όχι το μωρό.
Ας δούμε πως διηγείται τη σκηνή η ίδια:
«Η μητέρα μου εκλιπαρεί όχι. Το αγοράκι της είναι ακόμα στο βυζί. Πάρτε το κορίτσι, λέει, την κόρη μου. Εμένα, εμένα
Ο Ξένος δέχεται και παίρνει τη μικρή μαζί του. Η σκηνή αυτή μένει για πάντα χαραγμένη στην ψυχή της Φλόρενς, η οποία αν και δεν περνά άσχημα με τους καινούριους κυρίους της, δεν μπορεί, ακόμη και μεγάλη να ξεπεράσει το γεγονός ότι η μάνα της την έδωσε. Μένει για πάντα τραυματισμένη από την πράξη αυτή της μητέρας της.
«Οι μανάδες που ταΐζουν λαίμαργα μωρά με φοβίζουν. Ξέρω πώς γίνονται τα μάτια τους όταν διαλέγουν. Πώς σηκώνουν το βλέμμα τους για να με κοιτάξουν σκληρά, ... … λέγοντας κάτι σημαντικό για μένα, κρατώντας όμως το χέρι του μικρού τους αγοριού».
Στο τέλος του βιβλίου όμως ακούμε και τη φωνή της μητέρας, η οποία αναγκαζόταν να υποκύπτει στις αισχρές ορέξεις του αφεντικού της και έβλεπε τώρα καθώς η κόρη της μεγάλωνε, τη ματιά του να πέφτει πάνω της. Προσπαθεί να βρει μια ευκαιρία να σώσει την Φλόρενς από τα νύχια του.
«Μια ευκαιρία σκεφτόμουν…  …Στεκόσουν εκεί μ’ εκείνα τα παπούτσια κι ο ψηλός άντρας γέλασε και είπε ότι θα έπαιρνε εμένα για να σβήσει το χρέος. Ήξερα ότι ο Σενιόρ δεν θα το επέτρεπε. Είπα εσένα. Να πάρει εσένα, την κόρη μου. Επειδή είδα ότι ο ψηλός άντρας σε έβλεπε σαν ανθρώπινο παιδί, όχι σαν ένα κομμάτι οκτώ χρονών.»
Στην πραγματικότητα,  δηλαδή, η μητέρα της την έσωσε από τον φιλήδονο αφέντη. Βλέπουμε όμως ότι ακόμη και μια πράξη ελέους που γίνεται για να προστατεύσει η μητέρα την κόρη έχει απρόβλεπτες συνέπειες.  Έτσι τα λόγια της μητέρας λειτουργούν μεν λυτρωτικά για μας, τους αναγνώστες, όχι όμως για την ίδια την κόρη, η οποία δεν τα άκουσε ποτέ και υποφέρει επειδή δεν γνωρίζει γιατί την έδιωξε η μάνα της. Γιατί οι πράξεις εξουσίας της μητέρας πάνω στα παιδιά της είναι εκείνες που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή των παιδιών και δεν σβήνουν ούτε όταν αυτά μεγαλώνουν.

Φερνάντο Μποτέρο- Μητέρα και παιδί 
Η μητέρα μου, η οποία με υπεραγαπούσε, όταν καταλάβαινε ότι με καταπίεζε κι εγώ δυσφορούσα, μου έλεγε:
«Η αρκούδα από την πολλή της αγάπη έσφιξε το αρκουδάκι και το σκότωσε».
Πώς να αγαπήσει όμως, μια μάνα  χωρίς να καταπιέσει το παιδί της;
Πώς να προστατέψει χωρίς να εξουσιάσει;
Μια απάντηση δίνει ένας ψυχαναλυτής.

10. «Η ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», Ίρβιν Γιάλομ, ( Άγρα)
Στο αφήγημα του ο διάσημος ψυχαναλυτής περιγράφει την, πεθαμένη πια, μητέρα του :
«Η μάνα μου ήταν ματαιόδοξη, ελεγκτική, παρεμβατική, καχύποπτη, μοχθηρή, τρομερά ισχυρογνώμων…
…Ποτέ ούτε μια φορά δεν θυμάμαι να ζήσαμε οι δυο μας μια στιγμή ζεστασιάς
Κι όμως, όταν βρίσκεται στο θάλαμο της εντατικής, νομίζοντας πως πεθαίνει, φωνάζει μέσα στο όνειρο του με αγωνία:
«Μάνα! Πώς τα πήγα; Μάνα; Πώς τα πήγα;»
Ρωτά εναγωνίως τη μητέρα του, αν εγκρίνει τον τρόπο που έζησε τη ζωή του και συνειδητοποιεί πως ό,τι έκανε, ό,τι δημιούργησε, το έκανε για να κερδίσει την αποδοχή αυτής της κακιάς, όπως την περιγράφει, μητέρας.
Βίνσεντ Βαν Γκογκ - Η μητέρα του ζωγράφου

Μέσα στο όνειρο του, πλάθει έναν φανταστικό διάλογο με τη μητέρα του όπου ο ένας κατηγορεί τον άλλον για την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Σιγά σιγά όμως μέσα από τη συνομιλία ξεδιαλύνουν οι καταστάσεις και λύνονται οι παρεξηγήσεις. Αυτός ο φανταστικός διάλογος με την πεθαμένη από χρόνια μητέρα, είναι ένα τέχνασμα  του ψυχαναλυτή συγγραφέα για να μας δείξει πόσο αναγκαίο είναι να εξηγούνται κάποια πράγματα.
«Μάνα, τώρα συζητάμε, κι αυτό είναι καλό»,
της λέει κάποια στιγμή και προτείνω να σταθούμε στη φράση αυτή, καθώς πιστεύω πως είναι μια φράση – κλειδί, για τη σχέση μητέρας και παιδιού, αλλά και γενικότερα για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, καθώς αυτές κλονίζονται περισσότερο απ’ όσα μένουν ανείπωτα.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Σιγανά πατώ στη γη



 Το στίχο «σιγανά πατώ στη γη» τον ακούμε σ’ ένα πολύ όμορφο παραδοσιακό τραγούδι, στο «Τζιβαέρι μου».

Αν και το τραγούδι αναφέρεται στον καημό της ξενιτιάς και υποθέτω πως θέλει να δείξει τη μεταμέλεια αυτού που έστειλε στα ξένα «το τζιβαέρι» του, το θησαυρό του (τζιβαέρι, από την τουρκική λέξη cevher/ cevahir, που σημαίνει πολύτιμος λίθος) οι στίχοι που ανέφερα το συνδέουν και με τις επιστήμες του περιβάλλοντος. Και να πως:
Υπάρχει στις επιστήμες αυτές ένας όρος, το «οικολογικό αποτύπωμα»,  που μας δείχνει πόσο "βαριά" πατάμε πάνω στη Γη. Αναφέρεται στην έκταση παραγωγικής γης, πόσιμου νερού και θάλασσας, που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών μας σε τροφή, ενέργεια, νερό  και πρώτες ύλες συνυπολογίζοντας τις εκπομπές ρύπων και την έκταση που χρειάζεται για την απόθεση των απορριμμάτων.
Για να το πούμε πιο απλά, είναι ένα εργαλείο που μετρά την επίπτωση που έχει ο καθένας μας στον πλανήτη με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τους πόρους της Γης στην καθημερινή του ζωή (στο φαγητό, στις μετακινήσεις, στην καθαριότητα, στη διασκέδασή μας).
Ένα παράδειγμα, που το συζητούσαμε με τους μαθητές μου στο σχολείο, είναι η σοκολάτα.
Από τα δέντρα που κόβονται για να γίνουν φυτείες κακάο, τα καύσιμα που ξοδεύονται για τη μεταφορά και την παραγωγή της σοκολάτας, μέχρι το χαρτί περιτυλίγματος, αλλά και την διαφήμιση, μια πλάκα σοκολάτας μπορεί να επιβαρύνει τον πλανήτη μας. Το ίδιο συμβαίνει με ένα φλιτζάνι καφέ, ένα σάντουιτς κλπ.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να τρώμε ή να παράγουμε, αλλά ότι πρέπει να υιοθετήσουμε κάποιες συμπεριφορές, οι οποίες θα ελαφρύνουν το αποτύπωμά μας πάνω στη Γη.

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να παίξετε ένα παιχνίδι που μας δείχνει πόση έκταση γης χρειάζεται για να υποστηρίξει τον τρόπο ζωής μας :    οικολογικό παιχνίδι 
Το παιχνίδι του Οικολογικού Αποτυπώματος προσφέρει ένα διαδραστικό και διασκεδαστικό τρόπο για να εξερευνήσουμε και να μειώσουμε το αποτύπωμά μας. Μας βοηθά να ανακαλύψουμε τις πιο καταναλωτικές σε πόρους δραστηριότητές μας και μας δείχνει τι πρέπει να κάνουμε για να πατάμε στη Γη όσο γίνετε πιο ελαφρά.
  
Υπάρχει, επίσης, ένα βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006  - κατάλληλο για παιδιά αλλά και για μεγάλους - με τον χαρακτηριστικό τίτλο « Ελαφροπάτητα», του Κώστα Βασιλάκη (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη), εικονογραφημένο πολύ όμορφα από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο.
Το βιβλίο αυτό μέσα από την παρουσίαση τρόπων προσωπικής δράσης, στοχεύει να μας ενεργοποιήσει να δείξει το πώς ο καθένας μας μπορεί να επιδράσει θετικότερα στο περιβάλλον χωρίς να περιμένουμε από τους «άλλους» (Κράτος, βιομηχανία, επιχειρήσεις κλπ.) να κάνουν κάτι.


Μια κριτική για το βιβλίο από τη Μαρία Καραβία μπορείται να διαβάσετε εδώ.

Περισσότερα για να γίνουμε πιο αλαφροπάτητοι μπορείτε να βρείτε εδώ.

Στην κορυφή της Όχης, στην Εύβοια, υπάρχει ένα κτίσμα με τεράστιους ογκόλιθους, γνωστό ως Δρακόσπιτο, επειδή οι άνθρωποι πίστευαν πως μόνον ένας δράκος θα μπορούσε να μετακινήσει τόσο μεγάλες πέτρες για να το κτίσει. Στην ίδια κορυφή υπάρχουν και κάτι τεράστια βαθουλώματα, τα οποία τρυπάνε τα σχιστολιθικά πετρώματα της και για τα οποία ο μύθος λέει πως είναι οι πατημασιές του δράκου που ακόμα κοιμάται εκεί κοντά. Να όμως που οι μύθοι μπορεί να αποδειχθούν προφητικοί, καθώς εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι δράκοι που πατώντας με όλο μας το βάρος, αφήνουμε βαθιά τα ίχνη της πατημασιάς μας πάνω στον όμορφο πλανήτη που μας δόθηκε.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Σ’ ένα φίλο που έφυγε


Ο Αλέξανδρος είναι ένας από τους καλούς φίλους που γνωρίσαμε μέσα από τον κοινό πόνο, ένα από τα κέρδη της μακροχρόνιας αρρώστιας – ναι, υπάρχουν και οφέλη από τον καρκίνο. Αν και η γνωριμία μας υπήρξε σύντομη, η έντονη προσωπικότητα και ο διεισδυτικός  στοχασμός του την έκαναν πολύ ουσιαστική, έτσι ώστε να τον θεωρούμε δικό μας άνθρωπο.
Σε ηλικία δώδεκα ετών έχασε τον πατέρα του, κι αργότερα τη μητέρα του και τις γιαγιάδες, όλους από την ίδια αρρώστια κι όταν ο ίδιος «κάβουρας» δάγκωσε και τον ίδιο, είπε : «Όχι, αυτή τη φορά, όχι!» και το πάλεψε. Όμως, στον «εμφύλιο πόλεμο», όπως έλεγε ο ίδιος,  που είχε ξεσπάσει μέσα του, τα γερά του κύτταρα νικήθηκαν  από τα αρρωστημένα  αδέλφια τους, κι έτσι πριν την Ανάσταση έφυγε από κοντά μας.
Ο Αλέκος είχε πολλές γνώσεις, πολλά ενδιαφέροντα κι είχε ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι, επιδιώκοντας να αναστήσει και να διατηρήσει την παραδοσιακή μουσική της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Τον αποχαιρετούμε, λοιπόν,  με τον «Αμάραντο», ένα τραγούδι, το οποίο άλλοι θεωρούν του χορού και του γλεντιού κι άλλοι ερωτικό, ενώ εκείνος μας έμαθε πως είναι τραγούδι της ξενιτιάς. Κι αυτό γιατί, όπως γράφει στο εκτεταμένο του σημείωμα το οποίο περιέχεται στο δίσκο «Τραγούδια της Νεβρόπολης» (Επιμέλεια – Kείμενα: Αλέξανδρος Ζούκας) του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Λίμνης Πλαστήρα, εκτός από τους γνωστούς στίχους, υπάρχουν κι άλλοι, οι οποίοι παραλείπονται συνήθως από τους εκτελεστές.
Η γνωστή μορφή του τραγουδιού είναι η παρακάτω:

Α για δε-  καλέ  για δε – ορέ για δέστε τον, τον αμάραντο
για δέστε τον αμάραντο σε τι βουνό φυτρώνει, καλέ.

Α φυτρώ – καλέ φυτρώ – αχ φυτρώνει μες, μες τα δύσβατα
φυτρώνει μες τα δύσβατα στις πέτρες τα λιθάρια, καλέ.

Α ποτέ – καλέ ποτέ – αχ ποτέ του δε, ορέ δεν ποτίζεται
ποτέ του δεν ποτίζετε μα δεν κορφολογιέται, καλέ.

Α τον τρων -  καλέ τον τρων – τον τρων τα λάφια και ψοφούν
αχ τον τρων τα λάφια και ψοφούν τα’ αρκούδια κι ημερεύουν, καλέ.  

Στο κείμενο του, όμως,  ο Αλέξανδρος Ζούκας, σημειώνει πως σε μια ολοκληρωμένη παραλλαγή του 1891, από την Ήπειρο, το τραγούδι φαίνεται να έχει τους παρακάτω στίχους:

Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι ραδιό φυτρώνει
δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρ’ αξαίνει,
με το ηλιό ποτίζεται, με το φεγγάρ’ αξαίνει.
Τον τρων τα λάφια και ψοφούν, τα’ αρκούδια κι μερεύουν
τον τρων τα λάια πρόβατα κι αλησμονούν τα’ αρνιά τους.
Να τούχε φάει κι η μάνα μου, μη μήχε  κάμ’ εμένα,
σα μ’ έκαμε, τι μ’ ήθελε, σα μ’ έχει τι με θέλει;
Η ξενιτιά με χαίρεται, τα έρημα τα ξένα.

Στην ολοκληρωμένη, δηλαδή, εκδοχή, ο ξενιτεμένος, καταριέται τη στιγμή που γεννήθηκε, αφού η ζωή του επιφύλαξε τέτοια σκληρή δοκιμασία.
Μετά από σκληρή δοκιμασία έφυγε κι ο φίλος μας. Του ευχόμαστε  καλό κατευόδιο. Κι αν οι νεκροί πίνουν από «της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση» για να ξεχάσουν τους ζωντανούς, εμείς εδώ ούτε που θ’ αγγίξουμε τον αμάραντο, θα τον τραγουδάμε μόνο, για να  θυμόμαστε πάντα τον Αλέξανδρο.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω!


Για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι είχαν την ακλόνητη πεποίθηση πως η Γη αιωρείται ακίνητη στο κέντρο του Σύμπαντος με όλα τα ουράνια σώματα να περιφέρονται γύρω της. Και πώς να μην πιστεύουν κάτι τέτοιο όταν έβλεπαν με τα μάτια τους, κάθε μέρα τον Ήλιο να κάνει βόλτες στον ουρανό και τις νύχτες το φεγγάρι και τ' άστρα να ταξιδεύουν στο στερέωμα;
Πόσο βέβαιοι, αλήθεια, μπορούμε να είμαστε για τον κόσμο μας;
«Μα το είδα με τα μάτια μου», λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε πως δεν χωράει αμφισβήτηση σ’ αυτά που λέμε. Κι έχουμε μια σιγουριά για οτιδήποτε διαπιστώνουμε με τη βοήθεια των αισθήσεων μας, ενώ είναι γνωστό πως, πολλές φορές, οι αυτόπτες μάρτυρες παραπλανούν με τις καταθέσεις τους την αστυνομία, καθώς βλέπουν ό,τι είναι έτοιμοι να πιστέψουν.
Όταν έγραφα την «Αφή της παλάμης σου» (Ωκεανίδα, 2006), έκανα μια έρευνα για τις ανθρώπινες αισθήσεις και παρ’ όλο που ως φυσικός γνώριζα αρκετά πράγματα, συνειδητοποίησα πόσο ελλιπείς πληροφορίες για τον κόσμο, μας δίνουν οι αισθήσεις μας.  
Τ’ αυτιά μας ακούν ορισμένους μόνο ήχους από το σύνολο των θορύβων που υπάρχουν γύρω μας.
Τα χρώματα που βλέπουμε είναι έτσι γιατί το μάτι μας είναι κατασκευασμένο μ’ έναν ορισμένο τρόπο. Αν είχαμε τα μάτια της γάτας ή του σκύλου θα βλέπαμε τον κόσμο γκρι, μπλε και κίτρινο, ενώ αν ήμασταν μέλισσες θα βλέπαμε κι άλλα χρώματα, εκτός από τα γνωστά.
Όσο για τον ταύρο, την κόκκινη κάπα τη βλέπει γκρίζα, τον ερεθίζει όμως η κίνηση της. Το κόκκινο χρώμα, χρησιμοποιείται μάλλον για να εντυπωσιάζει τους θεατές των ταυρομαχιών.
Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο κόσμος δεν είναι χρωματιστός. Μόνο με τον δικό μας ανθρώπινο εγκέφαλο, ο οποίος συνθέτει τα σήματα που δέχεται, είμαστε σε θέση να βλέπουμε όλα αυτά τα χρώματα και τις αποχρώσεις. Υπάρχουν μόνο στη συνείδησή μας.
Ακόμη, δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτάζουν το ίδιο αντικείμενο, αλλά αυτό που  βλέπουν να το ερμηνεύουν διαφορετικά. Όπως λέει ο A.F.Chalmers, στο βιβλίο του Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη; (ΠΕΚ, Ηράκλειο 1996), «παρ’ όλο που οι εικόνες που βλέπουμε οφείλονται εν πολλοίς στα είδωλα που σχηματίζονται στους αμφιβληστροειδείς χιτώνες μας, κατά ένα πολύ σημαντικό βαθμό οφείλονται επίσης και στην ψυχική ή στη διανοητική μας κατάσταση που εξαρτώνται από τις πολιτιστικές μας καταβολές, τις γνώσεις μας τις προσδοκίες μας, κλπ.».
Έτσι, η σκάλα της εικόνας μπορεί να ειδωθεί σαν μια σκάλα με ορατή την πάνω επιφάνεια των σκαλιών ή ως σκάλα με ορατή την κάτω επιφάνεια των σκαλιών. Για μια πρωτόγονη φυλή όμως που δεν έχει συνηθίσει να απεικονίζει αντικείμενα σε δύο διαστάσεις η εικόνα θα είναι ένα σύνολο από γραμμές, το οποίο δεν θα σημαίνει τίποτα.
Πριν από μερικές μέρες διάβασα το μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς Ένα κάποιο τέλος, (Μεταίχμιο, 2011). Στο βιβλίο αυτό εκτός από την κεντρική ιδέα, που είναι τα παιχνίδια που μας παίζει η μνήμη μας – κι αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα – αναδύθηκε και μια άλλη παράμετρος, καθώς η συμπεριφορά του ήρωα μου θύμισε τον  Chalmers : Ο Τόνι, κάνει κάποιες υποθέσεις σχετικά με το πώς τον βλέπει η κοπέλα του, αρχικά, και στη συνέχεια η οικογένεια της, οι οποίες στηρίζονται στην ιδέα που έχει αυτός για τον εαυτό του, στα κόμπλεξ του ίσως. Ερμηνεύει τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με το πρότυπο που έχει φτιάξει αυτός στο μυαλό του  και δεν παίρνει χαμπάρι απ’ όσα στην πραγματικότητα συμβαίνουν γύρω του.
Ο τρόπος που γενικά αντιμετωπίζουμε τον κόσμο και ερμηνεύουμε τα σήματα που εκπέμπονται από άλλους ανθρώπους, βασίζεται στις δικές μας θεωρίες και προκαταλήψεις. Ακόμη και στην ενημέρωσή μας, εμπιστευόμαστε κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης περισσότερο από κάποια άλλα, γιατί τυχαίνει να συμφωνούν με τη δική μας θεωρία, ή γιατί αυτό που υποστηρίζουν μας συμφέρει (ή νομίζουμε ότι μας συμφέρει).  Έτσι χτίζουμε τον κόσμο μας, στηριγμένοι σε βεβαιότητες τις οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος έχουμε κατασκευάσει εμείς οι ίδιοι.
Αυτή η πλασματική βεβαιότητα ενισχύεται με τον  βομβαρδισμό πληροφοριών που δεχόμαστε από το Διαδίκτυο, ο οποίος μας έχει κάνει να χάσουμε την κριτική μας ικανότητα και να καταπίνουμε ό,τι μας προσφέρεται. Πολλές φορές δεχτήκαμε μηνύματα τα οποία δεν διστάσαμε να τα προωθήσουμε χωρίς να αναρωτηθούμε αν είναι αληθινά. Τα μηνύματα αυτά, γνωστά ως HOAX, διαδίδονται σαν τη φωτιά, από υπολογιστή σε υπολογιστή. Ένα παράδειγμα είναι τα «γατάκια στη γυάλα»- το οποίο είναι γνωστό ότι το έφτιαξε πριν ένα δυο χρόνια, ως φάρσα, μια ομάδα φοιτητών στην Αμερική. Υπάρχει όμως ακόμη σελίδα στην οποία μαζεύονται υπογραφές για το θέμα αυτό. 
Και φυσικά όταν το ψεύτικο μήνυμα αφορά μια πολιτική είδηση από κάποιο μπλογκ, το οποίο κι αυτό εξαπατήθηκε και τη δημοσίευσε, τότε το θέμα αποκτά άλλες διαστάσεις.
«Αμφιβολίες, την καρδιά μου βασανίζουνε πολλές, αμφιβολίες τρελές…» έλεγε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι.
Θα έλεγε κάποιος πως έχουμε τουλάχιστον έναν τομέα, ο οποίος μας προσφέρει μια σιγουριά. Την επιστήμη. Πράγματι, έχουμε συνηθίσει να καταφεύγουμε στην επιστήμη για βεβαιότητες. Όμως υπάρχει σήμερα κλάδος της επιστήμης, που επιχειρεί να περάσει από την αιτιοκρατία σε έναν πιθανολογικό τρόπο σκέψης (Prigogine και συνεργάτες). Αυτή η νέα θεώρηση δεν ταυτίζει την επιστήμη με τη βεβαιότητα, ούτε την πιθανότητα με άγνοια.
Συμπεραίνω λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτά που φαίνονται και η αλήθεια  «κρύπτεσθαι φιλεί», για να παραφράσω τον Ηράκλειτο. Βέβαια, όπως μας λέει ο Απολλώνιος «Χρόνος αληθείας πατήρ». Πράγματι, με το πέρασμα του χρόνου η αλήθεια αποκαλύπτεται, όπως έγινε στην περίπτωση του Τόνι, του ήρωα του Τζούλιαν Μπάρνς.
Τι γίνεται όμως, αν τότε είναι πολύ αργά για δάκρυα;
Νομίζω, πως ένας άνθρωπος, ο οποίος θα αφήσει στον εαυτό του περισσότερα περιθώρια αμφιβολίας, θα το ψάξει το θέμα και δεν θα παραδοθεί αμαχητί σ’ αυτό που του παρουσιάζεται ως βέβαιο, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να κάνει τις σωστές κινήσεις.
Μετά απ’ όλα αυτά αποφάσισα,  όσο κι αν αυτό που βλέπω ή ακούω ή μαθαίνω ταιριάζει με την κοσμοθεωρία μου, να αμφιβάλλω και να το ψάχνω. 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Τα κορίτσια που υπήρξαμε


Αν ήθελες να γίνεις εχθρός της μητέρας μου αρκούσε να της κάνεις μια απλή ερώτηση: «Πόσων χρονών είσθε;» Ίσως επειδή θύμωνα με την αντίδρασή της στην ερώτηση, αποφάσισα να λέω με παρρησία τη σωστή ηλικία μου. Η ηλικία, όμως, είναι για πολλές γυναίκες ένα θέμα ταμπού. 
Διαβάζοντας το βιβλίο «…και μετά τα πενήντα τι;» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2011) το οποίο γράφηκε από τέσσερις γυναίκες – Τασώ Γαϊτάνη, Φάνη Δημητρακούδη, Νίκη Σταυρίδη και Αναστασία Χουντουμάδη - κατάλαβα πολλά πράγματα γύρω από τη σχέση μας – των γυναικών – με την ηλικία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει αρκετές μαρτυρίες γυναικών στη Μέση Ηλικία γύρω από θέματα  σχέσεων – με το άλλο ή το ίδιο  φύλο, με τους γονείς, με τα παιδιά -  θέματα υγείας, σεξουαλικότητας κλπ.
Στο τέλος περιλαμβάνει κι ένα ερωτηματολόγιο, το οποίο θεωρώ πολύ χρήσιμο, καθώς μπορεί η κάθε αναγνώστρια να το απαντήσει μόνη της, χωρίς κανείς να τη δει και να την ακούσει, κάτι σαν μια εξομολόγηση στον εαυτό της.
Διαβάζοντας τις μαρτυρίες αυτές, με τη μορφή συνεντεύξεων πιστεύω πως κάθε γυναίκα θα ταυτιστεί με πολλές καταστάσεις απ’ αυτές που περιγράφονται, και σε κάποιες θα αναγνωρίσει σκέψεις, τις οποίες η ίδια δεν τόλμησε ποτέ να εξωτερικεύσει, ίσως ούτε και στον ίδιο της τον εαυτό.
Το κυρίαρχο μοτίβο που επαναλαμβάνεται είναι η σχέση των γυναικών με το χρόνο. Όλες οι γυναίκες δείχνουμε να πενθούμε για τα κορίτσια που υπήρξαμε κάποτε, όπως πολύ όμορφα το λέει η ποιήτρια Νίκη – Ρεβέκκα Παπαγεωργίου στην προμετωπίδα ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου.

«Σε μια δασωμένη εποχή κατοικούν τα κορίτσια που υπήρξα, σε μια περασμένη εξοχή, σε μια πατρίδα στο χρόνο που δεν μπορώ να επιστρέψω


Είναι αλήθεια πως όταν το πρόσωπο χαράζεται από τις γραμμές του χρόνου, το κορμί χάνει τη δύναμη και το σφρίγος του κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και μελαγχολούμε. Η εμφάνιση είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που τσαλακώνεται απ’ το χρόνο. Μαζί με την αλλαγή στην εμφάνιση προκύπτουν κι άλλες αλλαγές: τα παιδιά μας μεγαλώνουν, οι γονείς μας γίνονται ανήμποροι, κάποιες σχέσεις ή ο γάμος περνάνε κρίση, παρουσιάζονται προβλήματα υγείας…
Παρόλα αυτά, μετά από κάποια ηλικία – και τα πενήντα είναι μια τέτοια ηλικία- καμπή για τη γυναίκα – αξίζει να επανεξετάσουμε τη ζωή μας.
Κοιτώντας προς τα πίσω να χαιρόμαστε γι αυτά που ζήσαμε, γι αυτό που υπήρξαμε, χωρίς όμως να κολλάμε σ’ αυτά, γιατί τότε θα γίνουμε σαν τη γυναίκα του Λωτ.
Να κοιτάξουμε μπροστά με προσδοκία, με ελπίδα, αντλώντας από μέσα μας αλλά κι από τους γύρω μας δύναμη, νέες ιδέες, νέα ενδιαφέροντα κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Να κρατήσουμε ζωντανές τις παλιές φιλίες – γιατί ο παλιός είναι αλλιώς – χωρίς να αποκλείουμε τις νέες – γιατί κι ο νέος είναι ωραίος.
Ας δεχτούμε λοιπόν, τις αλλαγές και ας επωφεληθούμε από την πείρα και την ωριμότητα που κερδίσαμε όλα αυτά τα χρόνια, όπως λένε οι πιο αισιόδοξες γυναίκες στο βιβλίο.
Ας μην πενθούμε για τα όμορφα κορίτσια που υπήρξαμε. Ας χαρούμε για τις γυναίκες που είμαστε, κι ας φροντίσουμε να κάνουμε αισθητή στους γύρω μας την άλλη ομορφιά μας, αυτήν που πηγάζει από μέσα μας.  



Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Οι γλάροι της Πόλης


Μια νοσταλγική ανάρτηση σήμερα, με αφορμή ένα ποίημα της Κωνσταντινουπολίτισσας ποιήτριας Αλκμήνης Διαμαντοπούλου. Είναι από την ποιητική της συλλογή «Τα θαμπά είδωλα», Αθήνα 1985.

Οι Γλάροι

επάνω από το βάραθρο
μέσα στην καταχνιά
αιώνια ταλάντευση
ανώφελα τα χέρια
και μες στο χάος μον’ τα μάτια μας
σκοπεύοντας το φως
τα μάτια μας του σύθαμπου καθρέφτες

λευκά σημεία αλαργινά
χαμόγελα αχνά που ξεμακραίνουν
οι φευγαλέοι γλάροι
απόκοσμα φτεροκοπήματα
μ’ αυτά μετρήσαμε τους χτύπους της καρδιάς μας.


Όσοι έχουν ζήσει στην Πόλη, κατανοούν καλύτερα τη σημασία του τελευταίου στίχου, καθώς οι γλάροι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου της.
Τους βλέπουμε  άλλοτε να μετεωρίζονται ανάμεσα στους καπνούς των βαποριών, μπροστά από τους μιναρέδες, πάνω από τις σκεπές  και άλλοτε να βουτάνε στα νερά για κανένα ψάρι ή να κατεβαίνουν, εξοικειωμένοι με τους ανθρώπους, για ν’ αρπάξουν ένα κομμάτι από σιμίτι…

 Όσο για το κρώξιμο τους, αυτό πια είναι συνυφασμένο με τους ήχους της πόλης.  Με το σφύριγμα των βαποριών, με τις φωνές των μικροπωλητών με τη βουή των αυτοκινήτων…


Όταν πριν από πέντε χρόνια ξαναβρέθηκα στην Πόλη μετά από πολλά χρόνια απουσίας, πίνοντας τσάι σ’ ένα καφενείο με θέα τον Κεράτιο είδα τους γλάρους να πετούν σαν οπτασίες μέσα στο σούρουπο και η εικόνα αυτή φαίνεται πως δούλεψε μέσα μου γιατί όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, έγραψα ένα ποίημα κι ένα διήγημα, όπου οι γλάροι παίζουν κι αυτοί το ρόλο τους.
Το διήγημα, με τίτλο «Μετά είκοσι έτη» δημοσιεύθηκε στην Κινστέρνα (ΙΓ΄, Ιούνιος 2008) και μιλά για μια Πολίτισσα η οποία μετά από είκοσι χρόνια επιστρέφει στην γενέθλια πόλη και συναντά τον νεανικό της έρωτα που είναι και ο έρωτας της ζωής της. Σε μια βόλτα που κάνουν οι δυο τους, οι αναμνήσεις των νεανικών τους στιγμών επιστρέφουν μαζί με το πέταγμα των γλάρων.

«Και τότε πρόσεξε τους γλάρους. Παρά το προχωρημένο της ώρας, μπροστά απ’ το τζαμί - αλήθεια ποιο τζαμί ήταν αυτό; - πετούσε ένα σμήνος από γλάρους και μπροστά στον γκρίζο όγκο του οι λευκές φιγούρες τους φωτίζονταν αμυδρά από κάποιον μακρινό προβολέα κι ήταν σαν άϋλες, σαν φαντάσματα των αναμνήσεων τους που είχαν έρθει απ’  τα παλιά για να τους τυραννήσουν,  υπενθυμίζοντας τα νεανικά τους λάθη…
Σε μια ανάπαυλα της κίνησης, όταν ο θόρυβος κόπασε κάπως, έφτασε μέχρις αυτούς το παράφωνο κρώξιμό τους. «Κρο, κρο» και πάλι «κρο». Γύρισε απότομα και την κοίταξε. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει και τα χαμήλωσε για να μη δει τη συγκίνησή της. «Θυμάσαι» της είπε, σαν διαπίστωση, όχι σαν ερώτηση, πιάνοντας της το χέρι κι εκείνη έλιωσε, όπως τότε, πριν είκοσι χρόνια. Θυμόταν κι αυτός λοιπόν, τις ευτυχισμένες στιγμές στη μικρή γκαρσονιέρα που τους παραχωρούσε ο φίλος του, ο Νίκος, στο Τζιχανγκίρ. Καθώς η συνοικία είναι χτισμένη σε λόφο, το υπόγειο στην πίσω πλευρά είχε θέα στο Βόσπορο και τα κρωξίματα των γλάρων ήταν μόνιμη υπόκρουση στις ερωτικές συνομιλίες τους. Από τότε τα συνέδεε πάντα με την ανάμνηση των αξεπέραστων αυτών στιγμών.»

Και ενώ φαίνεται πως η βραδιά τους θα έχει μια κατάληξη την οποία και οι δύο  λαχταρούν, μια ατυχής συνάντηση τους χαλάει όλη τη μαγεία. Η ευκαιρία χάνεται ανεπιστρεπτί.

«Εις το επανιδείν, λοιπόν», του είπε χωρίς να το πιστεύει και χώρισαν. Τον παρακολούθησε καθώς έφευγε με γυρτούς τους ώμους σαν να σήκωνε πάνω του τα είκοσι χρόνια που πέρασαν.
Όλη την ατέλειωτη αυτή νύχτα, οι γλάροι της Πόλης έμειναν άγρυπνοι συντροφεύοντας με τα κρωξίματά τους τις μάταιες προσπάθειες της να κοιμηθεί έστω και για λίγο. Μόνο σαν πήρε να χαράζει τα μάτια της έκλεισαν για λίγο πάνω στο μουλιασμένο απ’ τα δάκρυα της μαξιλάρι. Κι όταν το ανελέητο ξυπνητήρι του  κινητού της την ειδοποίησε πως η ώρα της αναχώρησης πλησίαζε και ξύπνησε μ’ αυτή τη φοβερή γεύση της στάχτης στο στόμα, τα ίδια κρωξίματα την καλημέρισαν μπαίνοντας απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο και γεμίζοντάς την απόγνωση. «Κρο, κρο» και πάλι «κρο».

Ίσως  αναρωτιέστε, αν οι γλάροι πετούν και τη νύχτα. Λοιπόν, ναι,  επειδή τα φώτα της Πόλης κάνουν τη νύχτα μέρα, οι γλάροι δεν σταματούν τα φτεροκοπήματά τους.
Γράφει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας  στο «Κωνσταντινούπολη, Η Πόλη των Απόντων», (Εκδόσεις Πατάκη 2011) πως  όταν μετακόμισε στο Σισλί, μια συνοικία της Πόλης, νόμισε πως βρέθηκε στους Αμπελόκηπους της Αθήνας:
«Αλλά οι γλάροι, τα θορυβώδη αυτά σύννεφα της Πόλης, με ακολούθησαν στο νέο μου σπίτι. Τους άκουγα να κρώζουν μέρα νύχτα. Μέσα στη νύχτα, οι φωνές τους μου έδιναν ασφάλεια, με καθησύχαζαν – ναι, παρά τα προβλήματα, είσαι ακόμη στην Πόλη

Όσο για το ποίημα που έγραψα, καρπός κι αυτό του ίδιου σύντομου ταξιδιού στην Πόλη, δημοσιεύθηκε στην Κινστέρνα (ΙΒ΄ Δεκέμβριος 2007):

Κεράτιος

Αντίλαλοι ύμνων παλαιών,
ραγισμένες κωδωνοκρουσίες
με τη φωνή του μουεζίνη
σε μυστική συνδιάλεξη.
Σούρουπο στην Πόλη.
Οι όχθες σκοτεινιάζουν
και φέγγουν μ’ ένα δικό τους
εσώτερο φως
τα νερά.
Αιχμάλωτος ο χρόνος,
καθηλωμένος
στο τέλμα του ακύμαντου Κεράτιου
κι οι γλάροι
-κραυγές πτερόεσσες –
πάνω απ’ τα λαβωμένα
κι από καιρό αταξίδευτα σκαριά,
γυρεύουν την τροφή του μέλλοντός τους
μέρα και νύχτα
-επί ματαίω.


Και τέλος, για να κλείσουμε, ένα τουρκικό τραγούδι, το οποίο μου το έστειλε ως αντίδωρο ένας νεαρός Τούρκος αναγνώστης μου. Μιλά, βέβαια, για την Πόλη, τα καράβια, τους γλάρους…


 Επιχειρώ μια πρόχειρη μετάφραση αν και μετά από τόσα χρόνια δεν είμαι πολύ σίγουρη για τα Τουρκικά μου:

Κι η αλμύρα αυτής της θάλασσας
Κι αυτοί οι γλάροι, τα καράβια ή τα χρόνια αυτά που ζήσαμε
Δεν έρχεται ποτέ η Πόλη στ’ όνειρό σας;
Κι αυτό το φως των αστεριών, τα όνειρα ή αυτά τα περασμένα
Κι αυτό το γαλάζιο, το άρωμα ή αυτή η άνοιξη
Χωράει ποτέ η Πόλη σε αναμνήσεις;
Κι αυτά τα παλιά τραγούδια στο στόμα του ανέμου, τα παλιά τραγούδια
Αμάν αμάν αμάν αγαπημένη

Σήμερα καθώς κατέβηκα απ’ το καράβι και περπάτησα
Η φωνή μου φώναξε τ’ όνομά μου
Όρμησε στα νησιά η ανοιξιάτικη αχλή  
Σφυγμός στο πρόσωπό μου η ανάσα σου
Πόσοι μαύροι Σεπτέμβρηδες πέρασαν και δεν γύρισες, δεν γύρισες πίσω
Κοίτα, ντρέπονται ακόμα κι οι άνεμοι, κι οι άνεμοι ακόμα
Αμάν αμάν αμάν, αγαπημένη