«Και με βλέπω που στέκομαι και κοιτάζω τον πίνακα με τις δύο γραμμές, μια μοβ και μια καφέ, που συναντιούνται στη μέση, έναν μακρόστενο πίνακα, και βλέπω ότι έχω ζωγραφίσει τις γραμμές αργά και με παχύρρευστη λαδομπογιά, κι αυτή ξέφυγε, κι εκεί που συναντιούνται η καφέ και μοβ γραμμή το χρώμα κάνει ένα όμορφο μείγμα και κυλάει προς τα κάτω και σκέφτομαι ότι αυτός δεν είναι πίνακας, αλλά και πάλι ο πίνακας είναι όπως θα έπρεπε, έχει τελειώσει, δεν του λείπει τίποτα, σκέφτομαι, …»
Με τα λόγια αυτά ξεκινούν και τα δύο μέρη/ κεφάλαια στο
βιβλίο Το άλλο όνομα, Επταλογία
Ι – ΙΙ, από τις εκδόσεις Gutenberg
σε μετάφραση και πρόλογο του Σωτήρη
Σουλιώτη, το οποίο αποτελεί μέρος της επταλογίας του Νορβηγού Jon Fosse – Γιον Φόσε – (Νόμπελ 2023).
Ένας πίνακας με δύο γραμμές που σχηματίζουν έναν σταυρό «σαν του Αγίου Ανδρέα», είναι ο σκελετός πάνω στον οποίο στήνεται αυτό το μυθιστόρημα.
Ο Άσλε (ας τον πούμε Άσλε 1) είναι ένας ηλικιωμένος ζωγράφος,
αρκετά επιτυχημένος. Ζει μόνος του από τότε που έχασε την γυναίκα του, την
Άλες, απομονωμένος σε μια απόσταση από το Μπέργκεν, το οποίο όμως επισκέπτεται
τακτικά, μια και εκεί γίνονται και οι εκθέσεις των έργων του. Το επισκέπτεται
όμως και για να δει τον φίλο του, τον ηλικιωμένο ζωγράφο Άσλε (ας τον πούμε
Άσλε 2) που ζει κι αυτός μόνος του με
τον σκύλο του και είναι αλκοολικός.
Σ΄αυτό το ιδιοφυές, κατά τη γνώμη μου, ανάγνωσμα ο πίνακας
με τις δυο διασταυρούμενες γραμμές
αποκτά πολλές σημασίες.
Μία γραμμή για τη ζωή του ηλικιωμένου Άσλε 1, και μια γραμμή
για τα νιάτα και την παιδική του ηλικία του
τα οποία αναπολεί σε μια ψυχαναλυτική, θα έλεγα, πορεία; Μια για το παρόν και
το μέλλον- που άλλωστε συγχέονται- και
μια για το παρελθόν;
Μια γραμμή για τον Άσλε 1 και μια γραμμή για την Άλες τη
γυναίκα του; Μια γραμμή για τους ζωντανούς και μια για τους νεκρούς;
«… γιατί και βαθιά μέσα μου αναπαύεται, και δε γυρνάει
πια στη γη αλλά και πάλι μπορώ να της μιλήσω όταν θέλω, παράξενο βέβαια, γιατί
δεν είναι και τόσο μεγάλη η διαφορά, η απόσταση ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο,
ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς , ακόμα κι όταν η διαφορά μοιάζει
αξεπέραστη, δεν είναι, …»
Μια γραμμή για την πίστη στο Θεό και μια για τον
αγνωκιστικισμό; Ή μια γραμμή για την
Τέχνη και μια για τη Θρησκεία;
«… θρησκεία και τέχνη συμπίπτουν… …γιατί και η Αγία Γραφή και η λειτουργία
είναι μυθοπλασία, ποίηση και εικόνα, λογοτεχνία θέατρο και ζωγραφική, κι έχουν
την αλήθεια τους …»
Όσο προχωράμε την ανάγνωση του κειμένου, το οποίο δεν έχει
πουθενά τελεία, αρχίζουμε να χάνουμε τα όρια μεταξύ του πραγματικού και του
φανταστικού κόσμου του Άσλε.
Είναι πραγματικός άνθρωπος ο Όσλαϊκ , ο γείτονας του Άσλε 1,
με τον οποίο συζητά για την Τέχνη και για τον Θεό, – μου θύμισε τον Όλρικ στους
Αποσυνάγωγους του Ογούζ Ατάι - ή
πρόκειται για δημιούργημα της μοναξιάς και της απομόνωσής του;
Και ποια είναι η Αδελφή του Όσλαϊκ, η Γκούρο, η οποία ζει
στο βάθος ενός φιορδ, εμφανίζεται όμως μέσα στη χιονισμένη νύχτα στο Μπέργκεν
για να δείξει το δρόμο στον Άσλε1, συνοδεύει όμως και τον αλκοολικό Άσλε 2 στο
Μπαράκι;
Μήπως λοιπόν έχουμε και μια γραμμή για την πραγματικότητα
και μια για τη φαντασία και το όνειρο;
Γιατί οι δύο ζωγράφοι έχουν το ίδιο όνομα; Μια γραμμή για
τον Άσλε 1 και μια γραμμή για τον Άσλε 2; Δύο γραμμές για τους διαφορετικούς δρόμους που μπορεί να πάρει η
ζωή μας ανάλογα με τις επιλογές μας;
Και ποιο είναι το άλλο όνομα του τίτλου; «Δες πόσο αλλιώτικο είναι το μπλε χρώμα στο
σπίτι και στο φόρεμά σου… …και λέει ότι
τα χρώματα ποτέ δεν είναι απόλυτα ίδια, και πάντα αλλάζουν, κι αυτό έχει να
κάνει με το φως της λέει, οπότε είναι τελείως αδύνατο να έχουν ένα όνομα όλα τα
χρώματα που υπάρχουν, θα υπήρχαν τόσα ονόματα, που κανείς δεν θα μπορούσε να τα
μάθει όλα…»
Ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα που διαβάζεται εύκολα, με γλώσσα που ρέει, η πολυσημία του όμως σε αφήνει να το σκέφτεσαι για πολύ καιρό… Ίσως θα πρέπει να διαβάσουμε τα υπόλοιπα πέντε μέρη της επταλογίας για να το κατανοήσουμε πλήρως, αν ποτέ μπορεί να κατανοήσει κανείς πλήρως τους μεγάλους δημιουργούς.







.jpg)






