Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω!


Για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι είχαν την ακλόνητη πεποίθηση πως η Γη αιωρείται ακίνητη στο κέντρο του Σύμπαντος με όλα τα ουράνια σώματα να περιφέρονται γύρω της. Και πώς να μην πιστεύουν κάτι τέτοιο όταν έβλεπαν με τα μάτια τους, κάθε μέρα τον Ήλιο να κάνει βόλτες στον ουρανό και τις νύχτες το φεγγάρι και τ' άστρα να ταξιδεύουν στο στερέωμα;
Πόσο βέβαιοι, αλήθεια, μπορούμε να είμαστε για τον κόσμο μας;
«Μα το είδα με τα μάτια μου», λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε πως δεν χωράει αμφισβήτηση σ’ αυτά που λέμε. Κι έχουμε μια σιγουριά για οτιδήποτε διαπιστώνουμε με τη βοήθεια των αισθήσεων μας, ενώ είναι γνωστό πως, πολλές φορές, οι αυτόπτες μάρτυρες παραπλανούν με τις καταθέσεις τους την αστυνομία, καθώς βλέπουν ό,τι είναι έτοιμοι να πιστέψουν.
Όταν έγραφα την «Αφή της παλάμης σου» (Ωκεανίδα, 2006), έκανα μια έρευνα για τις ανθρώπινες αισθήσεις και παρ’ όλο που ως φυσικός γνώριζα αρκετά πράγματα, συνειδητοποίησα πόσο ελλιπείς πληροφορίες για τον κόσμο, μας δίνουν οι αισθήσεις μας.  
Τ’ αυτιά μας ακούν ορισμένους μόνο ήχους από το σύνολο των θορύβων που υπάρχουν γύρω μας.
Τα χρώματα που βλέπουμε είναι έτσι γιατί το μάτι μας είναι κατασκευασμένο μ’ έναν ορισμένο τρόπο. Αν είχαμε τα μάτια της γάτας ή του σκύλου θα βλέπαμε τον κόσμο γκρι, μπλε και κίτρινο, ενώ αν ήμασταν μέλισσες θα βλέπαμε κι άλλα χρώματα, εκτός από τα γνωστά.
Όσο για τον ταύρο, την κόκκινη κάπα τη βλέπει γκρίζα, τον ερεθίζει όμως η κίνηση της. Το κόκκινο χρώμα, χρησιμοποιείται μάλλον για να εντυπωσιάζει τους θεατές των ταυρομαχιών.
Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο κόσμος δεν είναι χρωματιστός. Μόνο με τον δικό μας ανθρώπινο εγκέφαλο, ο οποίος συνθέτει τα σήματα που δέχεται, είμαστε σε θέση να βλέπουμε όλα αυτά τα χρώματα και τις αποχρώσεις. Υπάρχουν μόνο στη συνείδησή μας.
Ακόμη, δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτάζουν το ίδιο αντικείμενο, αλλά αυτό που  βλέπουν να το ερμηνεύουν διαφορετικά. Όπως λέει ο A.F.Chalmers, στο βιβλίο του Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη; (ΠΕΚ, Ηράκλειο 1996), «παρ’ όλο που οι εικόνες που βλέπουμε οφείλονται εν πολλοίς στα είδωλα που σχηματίζονται στους αμφιβληστροειδείς χιτώνες μας, κατά ένα πολύ σημαντικό βαθμό οφείλονται επίσης και στην ψυχική ή στη διανοητική μας κατάσταση που εξαρτώνται από τις πολιτιστικές μας καταβολές, τις γνώσεις μας τις προσδοκίες μας, κλπ.».
Έτσι, η σκάλα της εικόνας μπορεί να ειδωθεί σαν μια σκάλα με ορατή την πάνω επιφάνεια των σκαλιών ή ως σκάλα με ορατή την κάτω επιφάνεια των σκαλιών. Για μια πρωτόγονη φυλή όμως που δεν έχει συνηθίσει να απεικονίζει αντικείμενα σε δύο διαστάσεις η εικόνα θα είναι ένα σύνολο από γραμμές, το οποίο δεν θα σημαίνει τίποτα.
Πριν από μερικές μέρες διάβασα το μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς Ένα κάποιο τέλος, (Μεταίχμιο, 2011). Στο βιβλίο αυτό εκτός από την κεντρική ιδέα, που είναι τα παιχνίδια που μας παίζει η μνήμη μας – κι αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα – αναδύθηκε και μια άλλη παράμετρος, καθώς η συμπεριφορά του ήρωα μου θύμισε τον  Chalmers : Ο Τόνι, κάνει κάποιες υποθέσεις σχετικά με το πώς τον βλέπει η κοπέλα του, αρχικά, και στη συνέχεια η οικογένεια της, οι οποίες στηρίζονται στην ιδέα που έχει αυτός για τον εαυτό του, στα κόμπλεξ του ίσως. Ερμηνεύει τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με το πρότυπο που έχει φτιάξει αυτός στο μυαλό του  και δεν παίρνει χαμπάρι απ’ όσα στην πραγματικότητα συμβαίνουν γύρω του.
Ο τρόπος που γενικά αντιμετωπίζουμε τον κόσμο και ερμηνεύουμε τα σήματα που εκπέμπονται από άλλους ανθρώπους, βασίζεται στις δικές μας θεωρίες και προκαταλήψεις. Ακόμη και στην ενημέρωσή μας, εμπιστευόμαστε κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης περισσότερο από κάποια άλλα, γιατί τυχαίνει να συμφωνούν με τη δική μας θεωρία, ή γιατί αυτό που υποστηρίζουν μας συμφέρει (ή νομίζουμε ότι μας συμφέρει).  Έτσι χτίζουμε τον κόσμο μας, στηριγμένοι σε βεβαιότητες τις οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος έχουμε κατασκευάσει εμείς οι ίδιοι.
Αυτή η πλασματική βεβαιότητα ενισχύεται με τον  βομβαρδισμό πληροφοριών που δεχόμαστε από το Διαδίκτυο, ο οποίος μας έχει κάνει να χάσουμε την κριτική μας ικανότητα και να καταπίνουμε ό,τι μας προσφέρεται. Πολλές φορές δεχτήκαμε μηνύματα τα οποία δεν διστάσαμε να τα προωθήσουμε χωρίς να αναρωτηθούμε αν είναι αληθινά. Τα μηνύματα αυτά, γνωστά ως HOAX, διαδίδονται σαν τη φωτιά, από υπολογιστή σε υπολογιστή. Ένα παράδειγμα είναι τα «γατάκια στη γυάλα»- το οποίο είναι γνωστό ότι το έφτιαξε πριν ένα δυο χρόνια, ως φάρσα, μια ομάδα φοιτητών στην Αμερική. Υπάρχει όμως ακόμη σελίδα στην οποία μαζεύονται υπογραφές για το θέμα αυτό. 
Και φυσικά όταν το ψεύτικο μήνυμα αφορά μια πολιτική είδηση από κάποιο μπλογκ, το οποίο κι αυτό εξαπατήθηκε και τη δημοσίευσε, τότε το θέμα αποκτά άλλες διαστάσεις.
«Αμφιβολίες, την καρδιά μου βασανίζουνε πολλές, αμφιβολίες τρελές…» έλεγε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι.
Θα έλεγε κάποιος πως έχουμε τουλάχιστον έναν τομέα, ο οποίος μας προσφέρει μια σιγουριά. Την επιστήμη. Πράγματι, έχουμε συνηθίσει να καταφεύγουμε στην επιστήμη για βεβαιότητες. Όμως υπάρχει σήμερα κλάδος της επιστήμης, που επιχειρεί να περάσει από την αιτιοκρατία σε έναν πιθανολογικό τρόπο σκέψης (Prigogine και συνεργάτες). Αυτή η νέα θεώρηση δεν ταυτίζει την επιστήμη με τη βεβαιότητα, ούτε την πιθανότητα με άγνοια.
Συμπεραίνω λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτά που φαίνονται και η αλήθεια  «κρύπτεσθαι φιλεί», για να παραφράσω τον Ηράκλειτο. Βέβαια, όπως μας λέει ο Απολλώνιος «Χρόνος αληθείας πατήρ». Πράγματι, με το πέρασμα του χρόνου η αλήθεια αποκαλύπτεται, όπως έγινε στην περίπτωση του Τόνι, του ήρωα του Τζούλιαν Μπάρνς.
Τι γίνεται όμως, αν τότε είναι πολύ αργά για δάκρυα;
Νομίζω, πως ένας άνθρωπος, ο οποίος θα αφήσει στον εαυτό του περισσότερα περιθώρια αμφιβολίας, θα το ψάξει το θέμα και δεν θα παραδοθεί αμαχητί σ’ αυτό που του παρουσιάζεται ως βέβαιο, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να κάνει τις σωστές κινήσεις.
Μετά απ’ όλα αυτά αποφάσισα,  όσο κι αν αυτό που βλέπω ή ακούω ή μαθαίνω ταιριάζει με την κοσμοθεωρία μου, να αμφιβάλλω και να το ψάχνω. 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Τα κορίτσια που υπήρξαμε


Αν ήθελες να γίνεις εχθρός της μητέρας μου αρκούσε να της κάνεις μια απλή ερώτηση: «Πόσων χρονών είσθε;» Ίσως επειδή θύμωνα με την αντίδρασή της στην ερώτηση, αποφάσισα να λέω με παρρησία τη σωστή ηλικία μου. Η ηλικία, όμως, είναι για πολλές γυναίκες ένα θέμα ταμπού. 
Διαβάζοντας το βιβλίο «…και μετά τα πενήντα τι;» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2011) το οποίο γράφηκε από τέσσερις γυναίκες – Τασώ Γαϊτάνη, Φάνη Δημητρακούδη, Νίκη Σταυρίδη και Αναστασία Χουντουμάδη - κατάλαβα πολλά πράγματα γύρω από τη σχέση μας – των γυναικών – με την ηλικία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει αρκετές μαρτυρίες γυναικών στη Μέση Ηλικία γύρω από θέματα  σχέσεων – με το άλλο ή το ίδιο  φύλο, με τους γονείς, με τα παιδιά -  θέματα υγείας, σεξουαλικότητας κλπ.
Στο τέλος περιλαμβάνει κι ένα ερωτηματολόγιο, το οποίο θεωρώ πολύ χρήσιμο, καθώς μπορεί η κάθε αναγνώστρια να το απαντήσει μόνη της, χωρίς κανείς να τη δει και να την ακούσει, κάτι σαν μια εξομολόγηση στον εαυτό της.
Διαβάζοντας τις μαρτυρίες αυτές, με τη μορφή συνεντεύξεων πιστεύω πως κάθε γυναίκα θα ταυτιστεί με πολλές καταστάσεις απ’ αυτές που περιγράφονται, και σε κάποιες θα αναγνωρίσει σκέψεις, τις οποίες η ίδια δεν τόλμησε ποτέ να εξωτερικεύσει, ίσως ούτε και στον ίδιο της τον εαυτό.
Το κυρίαρχο μοτίβο που επαναλαμβάνεται είναι η σχέση των γυναικών με το χρόνο. Όλες οι γυναίκες δείχνουμε να πενθούμε για τα κορίτσια που υπήρξαμε κάποτε, όπως πολύ όμορφα το λέει η ποιήτρια Νίκη – Ρεβέκκα Παπαγεωργίου στην προμετωπίδα ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου.

«Σε μια δασωμένη εποχή κατοικούν τα κορίτσια που υπήρξα, σε μια περασμένη εξοχή, σε μια πατρίδα στο χρόνο που δεν μπορώ να επιστρέψω


Είναι αλήθεια πως όταν το πρόσωπο χαράζεται από τις γραμμές του χρόνου, το κορμί χάνει τη δύναμη και το σφρίγος του κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και μελαγχολούμε. Η εμφάνιση είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που τσαλακώνεται απ’ το χρόνο. Μαζί με την αλλαγή στην εμφάνιση προκύπτουν κι άλλες αλλαγές: τα παιδιά μας μεγαλώνουν, οι γονείς μας γίνονται ανήμποροι, κάποιες σχέσεις ή ο γάμος περνάνε κρίση, παρουσιάζονται προβλήματα υγείας…
Παρόλα αυτά, μετά από κάποια ηλικία – και τα πενήντα είναι μια τέτοια ηλικία- καμπή για τη γυναίκα – αξίζει να επανεξετάσουμε τη ζωή μας.
Κοιτώντας προς τα πίσω να χαιρόμαστε γι αυτά που ζήσαμε, γι αυτό που υπήρξαμε, χωρίς όμως να κολλάμε σ’ αυτά, γιατί τότε θα γίνουμε σαν τη γυναίκα του Λωτ.
Να κοιτάξουμε μπροστά με προσδοκία, με ελπίδα, αντλώντας από μέσα μας αλλά κι από τους γύρω μας δύναμη, νέες ιδέες, νέα ενδιαφέροντα κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Να κρατήσουμε ζωντανές τις παλιές φιλίες – γιατί ο παλιός είναι αλλιώς – χωρίς να αποκλείουμε τις νέες – γιατί κι ο νέος είναι ωραίος.
Ας δεχτούμε λοιπόν, τις αλλαγές και ας επωφεληθούμε από την πείρα και την ωριμότητα που κερδίσαμε όλα αυτά τα χρόνια, όπως λένε οι πιο αισιόδοξες γυναίκες στο βιβλίο.
Ας μην πενθούμε για τα όμορφα κορίτσια που υπήρξαμε. Ας χαρούμε για τις γυναίκες που είμαστε, κι ας φροντίσουμε να κάνουμε αισθητή στους γύρω μας την άλλη ομορφιά μας, αυτήν που πηγάζει από μέσα μας.  



Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Οι γλάροι της Πόλης


Μια νοσταλγική ανάρτηση σήμερα, με αφορμή ένα ποίημα της Κωνσταντινουπολίτισσας ποιήτριας Αλκμήνης Διαμαντοπούλου. Είναι από την ποιητική της συλλογή «Τα θαμπά είδωλα», Αθήνα 1985.

Οι Γλάροι

επάνω από το βάραθρο
μέσα στην καταχνιά
αιώνια ταλάντευση
ανώφελα τα χέρια
και μες στο χάος μον’ τα μάτια μας
σκοπεύοντας το φως
τα μάτια μας του σύθαμπου καθρέφτες

λευκά σημεία αλαργινά
χαμόγελα αχνά που ξεμακραίνουν
οι φευγαλέοι γλάροι
απόκοσμα φτεροκοπήματα
μ’ αυτά μετρήσαμε τους χτύπους της καρδιάς μας.


Όσοι έχουν ζήσει στην Πόλη, κατανοούν καλύτερα τη σημασία του τελευταίου στίχου, καθώς οι γλάροι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου της.
Τους βλέπουμε  άλλοτε να μετεωρίζονται ανάμεσα στους καπνούς των βαποριών, μπροστά από τους μιναρέδες, πάνω από τις σκεπές  και άλλοτε να βουτάνε στα νερά για κανένα ψάρι ή να κατεβαίνουν, εξοικειωμένοι με τους ανθρώπους, για ν’ αρπάξουν ένα κομμάτι από σιμίτι…

 Όσο για το κρώξιμο τους, αυτό πια είναι συνυφασμένο με τους ήχους της πόλης.  Με το σφύριγμα των βαποριών, με τις φωνές των μικροπωλητών με τη βουή των αυτοκινήτων…


Όταν πριν από πέντε χρόνια ξαναβρέθηκα στην Πόλη μετά από πολλά χρόνια απουσίας, πίνοντας τσάι σ’ ένα καφενείο με θέα τον Κεράτιο είδα τους γλάρους να πετούν σαν οπτασίες μέσα στο σούρουπο και η εικόνα αυτή φαίνεται πως δούλεψε μέσα μου γιατί όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, έγραψα ένα ποίημα κι ένα διήγημα, όπου οι γλάροι παίζουν κι αυτοί το ρόλο τους.
Το διήγημα, με τίτλο «Μετά είκοσι έτη» δημοσιεύθηκε στην Κινστέρνα (ΙΓ΄, Ιούνιος 2008) και μιλά για μια Πολίτισσα η οποία μετά από είκοσι χρόνια επιστρέφει στην γενέθλια πόλη και συναντά τον νεανικό της έρωτα που είναι και ο έρωτας της ζωής της. Σε μια βόλτα που κάνουν οι δυο τους, οι αναμνήσεις των νεανικών τους στιγμών επιστρέφουν μαζί με το πέταγμα των γλάρων.

«Και τότε πρόσεξε τους γλάρους. Παρά το προχωρημένο της ώρας, μπροστά απ’ το τζαμί - αλήθεια ποιο τζαμί ήταν αυτό; - πετούσε ένα σμήνος από γλάρους και μπροστά στον γκρίζο όγκο του οι λευκές φιγούρες τους φωτίζονταν αμυδρά από κάποιον μακρινό προβολέα κι ήταν σαν άϋλες, σαν φαντάσματα των αναμνήσεων τους που είχαν έρθει απ’  τα παλιά για να τους τυραννήσουν,  υπενθυμίζοντας τα νεανικά τους λάθη…
Σε μια ανάπαυλα της κίνησης, όταν ο θόρυβος κόπασε κάπως, έφτασε μέχρις αυτούς το παράφωνο κρώξιμό τους. «Κρο, κρο» και πάλι «κρο». Γύρισε απότομα και την κοίταξε. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει και τα χαμήλωσε για να μη δει τη συγκίνησή της. «Θυμάσαι» της είπε, σαν διαπίστωση, όχι σαν ερώτηση, πιάνοντας της το χέρι κι εκείνη έλιωσε, όπως τότε, πριν είκοσι χρόνια. Θυμόταν κι αυτός λοιπόν, τις ευτυχισμένες στιγμές στη μικρή γκαρσονιέρα που τους παραχωρούσε ο φίλος του, ο Νίκος, στο Τζιχανγκίρ. Καθώς η συνοικία είναι χτισμένη σε λόφο, το υπόγειο στην πίσω πλευρά είχε θέα στο Βόσπορο και τα κρωξίματα των γλάρων ήταν μόνιμη υπόκρουση στις ερωτικές συνομιλίες τους. Από τότε τα συνέδεε πάντα με την ανάμνηση των αξεπέραστων αυτών στιγμών.»

Και ενώ φαίνεται πως η βραδιά τους θα έχει μια κατάληξη την οποία και οι δύο  λαχταρούν, μια ατυχής συνάντηση τους χαλάει όλη τη μαγεία. Η ευκαιρία χάνεται ανεπιστρεπτί.

«Εις το επανιδείν, λοιπόν», του είπε χωρίς να το πιστεύει και χώρισαν. Τον παρακολούθησε καθώς έφευγε με γυρτούς τους ώμους σαν να σήκωνε πάνω του τα είκοσι χρόνια που πέρασαν.
Όλη την ατέλειωτη αυτή νύχτα, οι γλάροι της Πόλης έμειναν άγρυπνοι συντροφεύοντας με τα κρωξίματά τους τις μάταιες προσπάθειες της να κοιμηθεί έστω και για λίγο. Μόνο σαν πήρε να χαράζει τα μάτια της έκλεισαν για λίγο πάνω στο μουλιασμένο απ’ τα δάκρυα της μαξιλάρι. Κι όταν το ανελέητο ξυπνητήρι του  κινητού της την ειδοποίησε πως η ώρα της αναχώρησης πλησίαζε και ξύπνησε μ’ αυτή τη φοβερή γεύση της στάχτης στο στόμα, τα ίδια κρωξίματα την καλημέρισαν μπαίνοντας απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο και γεμίζοντάς την απόγνωση. «Κρο, κρο» και πάλι «κρο».

Ίσως  αναρωτιέστε, αν οι γλάροι πετούν και τη νύχτα. Λοιπόν, ναι,  επειδή τα φώτα της Πόλης κάνουν τη νύχτα μέρα, οι γλάροι δεν σταματούν τα φτεροκοπήματά τους.
Γράφει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας  στο «Κωνσταντινούπολη, Η Πόλη των Απόντων», (Εκδόσεις Πατάκη 2011) πως  όταν μετακόμισε στο Σισλί, μια συνοικία της Πόλης, νόμισε πως βρέθηκε στους Αμπελόκηπους της Αθήνας:
«Αλλά οι γλάροι, τα θορυβώδη αυτά σύννεφα της Πόλης, με ακολούθησαν στο νέο μου σπίτι. Τους άκουγα να κρώζουν μέρα νύχτα. Μέσα στη νύχτα, οι φωνές τους μου έδιναν ασφάλεια, με καθησύχαζαν – ναι, παρά τα προβλήματα, είσαι ακόμη στην Πόλη

Όσο για το ποίημα που έγραψα, καρπός κι αυτό του ίδιου σύντομου ταξιδιού στην Πόλη, δημοσιεύθηκε στην Κινστέρνα (ΙΒ΄ Δεκέμβριος 2007):

Κεράτιος

Αντίλαλοι ύμνων παλαιών,
ραγισμένες κωδωνοκρουσίες
με τη φωνή του μουεζίνη
σε μυστική συνδιάλεξη.
Σούρουπο στην Πόλη.
Οι όχθες σκοτεινιάζουν
και φέγγουν μ’ ένα δικό τους
εσώτερο φως
τα νερά.
Αιχμάλωτος ο χρόνος,
καθηλωμένος
στο τέλμα του ακύμαντου Κεράτιου
κι οι γλάροι
-κραυγές πτερόεσσες –
πάνω απ’ τα λαβωμένα
κι από καιρό αταξίδευτα σκαριά,
γυρεύουν την τροφή του μέλλοντός τους
μέρα και νύχτα
-επί ματαίω.


Και τέλος, για να κλείσουμε, ένα τουρκικό τραγούδι, το οποίο μου το έστειλε ως αντίδωρο ένας νεαρός Τούρκος αναγνώστης μου. Μιλά, βέβαια, για την Πόλη, τα καράβια, τους γλάρους…


 Επιχειρώ μια πρόχειρη μετάφραση αν και μετά από τόσα χρόνια δεν είμαι πολύ σίγουρη για τα Τουρκικά μου:

Κι η αλμύρα αυτής της θάλασσας
Κι αυτοί οι γλάροι, τα καράβια ή τα χρόνια αυτά που ζήσαμε
Δεν έρχεται ποτέ η Πόλη στ’ όνειρό σας;
Κι αυτό το φως των αστεριών, τα όνειρα ή αυτά τα περασμένα
Κι αυτό το γαλάζιο, το άρωμα ή αυτή η άνοιξη
Χωράει ποτέ η Πόλη σε αναμνήσεις;
Κι αυτά τα παλιά τραγούδια στο στόμα του ανέμου, τα παλιά τραγούδια
Αμάν αμάν αμάν αγαπημένη

Σήμερα καθώς κατέβηκα απ’ το καράβι και περπάτησα
Η φωνή μου φώναξε τ’ όνομά μου
Όρμησε στα νησιά η ανοιξιάτικη αχλή  
Σφυγμός στο πρόσωπό μου η ανάσα σου
Πόσοι μαύροι Σεπτέμβρηδες πέρασαν και δεν γύρισες, δεν γύρισες πίσω
Κοίτα, ντρέπονται ακόμα κι οι άνεμοι, κι οι άνεμοι ακόμα
Αμάν αμάν αμάν, αγαπημένη 

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Ανεκπλήρωτος έρωτας


Ένα τραγούδι διηγείται την ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Πρόκειται για το  υπέροχο «Μια βοσκοπούλα αγάπησα». Αρέσει πολύ σε μένα και στο σύζυγό μου και το τραγουδάμε ντουέτο στα μικρά γλεντάκια που οργανώνουμε στο σπίτι. Φαίνεται όμως πως, εκτός από τους στίχους, και η μελωδία έχει κάτι το ιδιαίτερο, γιατί ο γιος ενός φίλου, όταν ήταν μικρός – τριών, τεσσάρων ετών - και το άκουγε, άρχιζε να κλαίει παραπονιάρικα, λες κι ήταν αυτός το ερωτευμένο αγόρι.
Σύμφωνα με όσα γράφει η Βιβή Κανελλάτου, οι στίχοι είναι από ένα ποίημα του Γεωργίου Ζαλοκώστα με τίτλο «Το φίλημα» (1851) και μελωδία βασισμένη σε μια ιταλική καντάδα του 19ου αιώνα. Το τραγούδι αγαπήθηκε πολύ, καθώς ακουγόταν στο δραματικό ειδύλλιο του Δημητρίου Κορομηλά «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας». Τραγουδήθηκε μάλιστα και στη Σεφαραδίτικη διάλεκτο, όταν ένας εβραϊκός θίασος ανέβασε το έργο στη Σμύρνη.

Το τραγούδι το έχουν τραγουδήσει πολλοί ερμηνευτές. Για μένα η καλύτερη ερμηνεία είναι του Ηλία Λογοθέτη:



Μέσα από τους στίχους ζωντανεύει η ιστορία: ένα δεκάχρονο αγόρι, μια όμορφη βοσκοπούλα, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας:

Μια βοσκοπούλα αγάπησα  μια ζηλεμένη κόρη
Και την αγάπησα πολύ ήμουν αλάλητο πουλί
Ήμουν αλάλητο πουλί δέκα χρονών αγόρι.

Φαντάζομαι το κοντοκουρεμένο δεκάχρονο αγόρι να στέκει στο παράθυρο. Η βοσκοπούλα περνά από κάτω και κάτι στο ανέμισμα της φούστας της, κάτι στη σπίθα που είδε στη λοξή ματιά της, ίσως το τίναγμα της πλεξούδας της, κάνει την καρδιά του να νιώσει το πρώτο ερωτικό σκίρτημα. Από τότε γίνεται η σκιά της. Μηχανεύεται τρόπους για να την συναντά δήθεν τυχαία – ο έρωτας μας κάνει πονηρούς κι εφευρετικούς – και κάποια στιγμή βρίσκει το θάρρος να της μιλήσει – ο έρωτας μας κάνει τολμηρούς.
Έτσι γίνονται φίλοι κι η βοσκοπούλα τον παίρνει μαζί της για συντροφιά όσο βόσκει τα πρόβατα.

Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τα’ ανθισμένα
Μάρω  ένα λόγο θα σου πω Μάρω της είπα σ’ αγαπώ
Μάρω της είπα σ’ αγαπώ τρελαίνομαι για σένα.

(Υπάρχει και η παραλλαγή που λέει «Μαριώ της λέω σ’ αγαπώ μα ντρέπομαι να σου το πω»)
Εδώ ο μικρός, μεθυσμένος από το όργιο της ανοιξιάτικης υπαίθρου, θολωμένος από την μυρωδιά του ζουλιγμένου απ’ τα κορμιά τους χορταριού, ζαλισμένος από την γειτνίαση με το αντικείμενο των πόθων του, χάνει τα μυαλά του κι αποφασίζει να εξομολογηθεί τον έρωτα του. Και μάλιστα, εκφράζεται παράφορα. «Τρελαίνομαι για σένα», της λέει - ο έρωτας μας κάνει τρελούς.
Και τι κάνει η βοσκοπούλα;

Από τη μέση μ’ άρπαξε με φίλησε στο στόμα
Και μού’ πε γι αναστεγμούς, για της αγάπης τους καημούς
Για της αγάπης τους καημούς είσαι μικρός ακόμα.

Εκείνη, λοιπόν, δεν τον αποπαίρνει, δεν τον κοροϊδεύει, ούτε τον περιφρονεί, δεν του δίνει ένα μπατσάκι για να τον συνεφέρει, σαν παιδί που είναι. Εκείνη, σοφή ως γυναίκα,  νοιώθει τον καημό του, διαισθάνεται το μέγεθος του έρωτά του γι αυτήν και θέλει να τον ανταμείψει. Σκύβει, λοιπόν, και του κάνει το καλύτερο δώρο: τον αντιμετωπίζει σαν εραστή, τον φιλά στο στόμα, στα άγουρα αγορίστικα χείλη. Την ίδια στιγμή όμως του δίνει να καταλάβει, πως κάτι παραπάνω είναι ανέφικτο. «Για της αγάπης τους καημούς είσαι μικρός ακόμα».
Και τα χρόνια πέρασαν.

Μεγάλωσα και τη ζητώ μ’ άλλον ζητά η καρδιά της
Και με ξεχνάει τ’ ορφανό εγώ όμως δεν το λησμονώ
Εγώ όμως δεν το λησμονώ ποτέ το φίλημά της.

Ο μικρός μεγάλωσε με τον έρωτα της βοσκοπούλας φυλαγμένο μέσα του.  Κι αν το ίνδαλμά του έχει δώσει αλλού την καρδιά της, η γλύκα του πρώτου φιλιού παραμένει ακόμη στα χείλη του και κρατά ζωντανή την αγάπη του γι αυτήν. Γιατί οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, αντλούν για πάντα την δύναμή τους από το μυστήριο, απ’ ό,τι δεν αποκαλύφτηκε,  και μένουν λαμπεροί, ίσως επειδή δεν τους φθείρει η συνάφεια, δεν   τους θαμπώνει η καθημερινότητα. 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Να διαβούμε το κατώφλι


Η Ρίτα, είναι χωρισμένη, ο πρώην σύζυγός της έχει βρει καινούρια αγάπη, κατά καιρούς όμως, όταν είναι απογοητευμένος από την νέα του σύντροφο ή από τη δουλειά του επιστρέφει στη Ρίτα κι εκείνη τον δέχεται και τον αφήνει να γείρει στον ώμο της, τον παρηγορεί. Η κατάσταση αυτή της δημιουργεί ελπίδες πως ίσως και να γυρίσει κάποτε σ’ αυτήν. Ήδη έχουν περάσει πέντε χρόνια, και η Ρίτα  γνωρίζει βαθιά μέσα της, πως τα πράγματα θα μείνουν έτσι, όπως βολεύουν τον πρώην. Το σκέφτεται, αλλά δεν αποφασίζει να κόψει το σχοινί και να ξαναρχίσει τη δική της ζωή. Και τα χρόνια περνούν.
Ο Γιάννης μπήκε από φοιτητής στη νεολαία ενός κόμματος, κι από τότε έχει παραμείνει πιστός οπαδός. Η τελευταία κρίση που πέρασε η χώρα μας, τον έκανε να δει πόσο λίγοι είναι οι πολιτικοί μας και πόσο κατώτερη των περιστάσεων αποδείχτηκε η ηγεσία του κόμματος, στο οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή του. Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι μπορεί μεν να ωφελήθηκε ο ίδιος, αλλά στην ουσία δεν βοήθησε καθόλου την πατρίδα του. Τώρα, θέλει να φύγει απ’ το κόμμα, ντρέπεται όμως, τους φίλους του, φοβάται πως θα τον πουν αχάριστο, πως θα του γυρίσουν την πλάτη και θα μείνει μόνος. Αισθάνεται εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση από την οποία θέλει να βγει, αλλά δεν τολμά.
Η Χαρά, μια νέα κοπέλα,  καταπιέζεται από τον αυστηρό πατέρα της. Τελείωσε τη Νομική, ακολουθώντας την επιθυμία του, ενώ δική της λατρεία είναι το θέατρο. Εργάζεται τώρα στο δικηγορικό γραφείο ενός φίλου του πατέρα της. Μισεί τη δουλειά αυτή, η οποία της τρώει όλο το χρόνο της, λαχταρά το θέατρο, ο μισθός όμως που παίρνει την έχει βολέψει.
Τα ονόματα είναι ψεύτικα, τα περιστατικά όμως είναι αληθινά.
Πόσοι άνθρωποι, φίλοι μας, γνωστοί μας, εμείς οι ίδιοι, δεν αισθανόμαστε πολλές φορές, να ασφυκτιούμε μέσα σε μια κατάσταση που δεν μας ικανοποιεί, μας πνίγει, αλλά φοβόμαστε να κάνουμε το αποφασιστικό βήμα που θα μας βγάλει απ’ το τέλμα.
«Για κάθε άνθρωπο υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, ένα κατώφλι. Μέσα από το κατώφλι αυτό είσαι βολεμένος και, πολλές φορές, αν και υπάρχουν πράγματα που σε δυσαρεστούν τα αγνοείς, για να μην ξεβολευτείς. Απ’ έξω, είναι όλα όσα επιθυμείς αλλά σε τρομάζουν, ένα  άγνωστο, επιθυμητό κι απειλητικό συγχρόνως» λέει ένας από τους ήρωες μου, ο άστεγος, στην ηρωίδα, στο τελευταίο μου μυθιστόρημα «Η αστυνομικίνα είχε άγγελο» Ωκεανίδα, 2011. «Έρχεται όμως  κάποια στιγμή, συμβαίνει ένα γεγονός και σε σπρώχνει να περάσεις το κατώφλι σου», συνεχίζει. «Μερικοί κρατιούνται, μένουν μέσα στη σιγουριά τους και πληρώνουν το τίμημα. Άλλοι, βρίσκουν την ευκαιρία και πετάγονται έξω, ελευθερώνονται. Κι αυτοί όμως θα υποστούν κάποιες συνέπειες. Βλέπεις στη ζωή πληρώνεις για το κάθε τι, τίποτα δεν σου χαρίζεται. Πρέπει λοιπόν να ρωτήσεις τον εαυτό σου: Ήρθε η στιγμή να περάσεις το κατώφλι; Έφτασες στα όριά σου ή θα το αντέξεις και θα συμβιβαστείς;»
Δεν είναι εύκολο να περάσει κανείς το κατώφλι, όσο εγκλωβισμένος κι αν αισθάνεται. Πρέπει όμως να σκεφτεί σοβαρά, ότι για μερικά πράγματα αξίζει να διακινδυνέψει κανείς και να ξεβολευτεί. Ακόμα κι αν αποδειχθεί πως κακώς έκανε το βήμα, αν δεν το δοκιμάσει, θα μένει πάντα να αναρωτιέται «αν το είχα κάνει;» κι η ζωή του θα φαρμακώνεται από την αμφιβολία αυτή.
Εύχομαι την καινούρια χρονιά να βρούμε τη δύναμη να περάσουμε το δικό του κατώφλι ο καθένας, να βγούμε  από το κλουβί και το πέταγμα αυτό να μας βγει σε καλό. 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Δες το αλλιώς


Έφτασαν και πάλι τα Χριστούγεννα. Έτσι, κοινότυπα, θα μπορούσε να αρχίζει μια σχολική έκθεση. Kι όμως, μια τόσο τετριμμένη διαπίστωση μπορεί να λειτουργεί κατευναστικά. Γιατί αυτή η επανάληψη του κύκλου των εορτών κάθε χρόνο είναι καθησυχαστική. Μέσα σε όλη την αβεβαιότητα που ζούμε, ειδικά τον τελευταίο καιρό, είναι μια παρηγοριά να υπάρχουν κάποια σταθερά πράγματα, να ξέρουμε πως ό,τι και να γίνει, τα Χριστούγεννα θα έρθουν, και μετά η Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Πάσχα, ο δεκαπενταύγουστος... και πάλι απ’ την αρχή.
Και φέτος, λοιπόν, όπως κάθε χρόνο, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες θα γιορτάσουν τα Χριστούγεννα όπως μπορούν, θα στολίσουν, τα σπίτια τους, θα κάτσουν με φίλους και συγγενείς γύρω από τραπέζια - φτωχικά ή πλούσια-, θα τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους και θα ευχηθούν τα «Χρόνια Πολλά».
Γιορτάζουμε, άλλωστε, μια γέννηση που σημάδεψε όλο τον δυτικό πολιτισμό. Ακόμη και η Ιστορία χωρίστηκε στα δύο με βάση εκείνη την ημέρα: Προ Χριστού και μετά Χριστόν.
Σήμερα, όμως,  πόσο ζωντανό είναι το πνεύμα των Χριστουγέννων; Τι μήνυμα μπορεί να μας φέρει η γιορτή αυτή, μέσα στην κρίση που ζούμε, στην απογοήτευση, στο φόβο για το μέλλον, στην καταχνιά;
Ένας προεόρτιος ύμνος των Χριστουγέννων που μ’ αρέσει πολύ και για τη μελωδία του, λέει τα εξής:
«Η Παρθένος σήμερον, τον προαιώνιον Λόγον, εν σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε, η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον, μετά Αγγέλων και των ποιμένων, βουληθέντα εποφθήναι, Παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν».
Όπως το καταλαβαίνω εγώ, η επανάσταση που φέρνει η γέννηση του Χριστού, είναι ακριβώς αυτό το Νέον Παιδίον, το οποίο, όμως, ταυτόχρονα, είναι και κάτι πολύ παλιό. Ο προ αιώνων Θεός, ο Θεός στον οποίο επί αιώνες πίστευαν οι Εβραίοι, έρχεται στον κόσμο και είναι καινούριος. Είναι σαν να μας καλεί,  ο ύμνος, να δούμε τον Θεό με άλλα μάτια, από άλλη οπτική γωνία, σαν κάτι νέο, όχι όπως τον έβλεπαν μέχρι τότε οι άνθρωποι, σαν αυστηρό Θεό που τιμωρεί και εκδικείται, αλλά σαν Θεό της Αγάπης, ελεήμονα και συγχωρητικό. Ανθρώπινο.
Με το ίδιο κάλεσμα είναι σαν να μας προτρέπει να δούμε με καινούρια μάτια, τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, κι όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους γύρω μας, καθώς και τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν.
Αν αλλάξουμε τον τρόπο που κοιτάζουμε το κουνέλι της εικόνας, θα δούμε μια πάπια ξαπλωμένη στο χορτάρι. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να κοιτάξουμε όλα τα πράγματα με νέο βλέμμα.
Ίσως τότε μπορέσουμε να δούμε πως το παλιό μπορεί να μεταμορφωθεί σε καινούριο, αυτά που νομίζαμε σωστά να τα βρούμε λάθος, όσα πιστεύαμε για σίγουρα να κλονιστούν, κι αυτά που νομίζαμε πως θα μας κάνουν ευτυχείς, να μας φανούν άχρηστα. Να αναθεωρήσουμε τις σχέσεις μας, τις αξίες στις οποίες πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Να δούμε τον παλιό μας εαυτό σαν κάτι άλλο, και να αφουγκραστούμε τις πραγματικές ανάγκες του, αυτές που βγαίνουν από μέσα μας κι όχι αυτές που μας επιβάλλονται απ’ έξω. Τότε ίσως βρούμε ένα καινούριο νόημα  στη ζωή μας, το οποίο θα μας βοηθήσει να αντέξουμε στις δύσκολες μέρες που έρχονται μετά τις γιορτές.
Σας εύχομαι, να μπορέσετε να νιώσετε ένα τέτοιο μήνυμα από τα Χριστούγεννα, ακόμα κι αν δεν πιστεύετε, και να δείτε τον εαυτό σας αλλιώς, σαν Παιδίον Νέον, με όλες τις ελπίδες και τις υποσχέσεις για το μέλλον, που κουβαλά μέσα του κάθε παιδί.
Καλά Χριστούγεννα!

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Ο εαυτός που μας δόθηκε

Είναι η μοίρα του καθενός προδιαγεγραμμένη; Είμαστε αυτοί που είμαστε επειδή έτσι γεννηθήκαμε;
Οι επιστήμονες λένε ότι πάρα πολλά από όσα μέλλουν να μας συμβούν είναι «γραμμένα», κατά κάποιον τρόπο,  στα γονίδια μας. Μπορούμε όμως να επέμβουμε στον εαυτό που μας δόθηκε και να τον αλλάξουμε στην πορεία της ζωής μας ή είμαστε ανήμποροι να ξεφύγουμε από το πεπρωμένο; Τέτοια ερωτήματα ξεπετάγονται καθώς διαβάζει κανείς το βιβλίο του Μάκη Πανώριου, τον οποίο γνώριζα  ως ηθοποιό, ομολογώ, όμως, πως δεν είχα ιδέα ότι είναι και ένας καταξιωμένος συγγραφέας φανταστικής λογοτεχνίας, από τους λίγους που έχουμε στην Ελλάδα. Το έμαθα, διαβάζοντας το βιβλίο του «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου», Οξύ (2010)





Μια αφήγηση που ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και  σε παρασύρει γλυκά στον φανταστικό κόσμο της, χωρίς να το καταλάβεις.
Μιλά για έναν Ταξιδιώτη, το βιβλίο, τον Αλέξανδρο, και καταλαβαίνεις πως αυτός ο ταξιδιώτης μπορεί να είναι ο καθένας μας. Γιατί το ταξίδι του, το οποίο έχει γνωστό προορισμό – τη Μητρόπολη – αλλά απρόβλεπτη διαδρομή γεμάτη απρόοπτα, είναι η πορεία του καθενός μας από τη ζωή προς το αναπόφευκτο τέλος. Το ταξίδι, λοιπόν, το οποίο όμως είναι μοναδικό για τον κάθε άνθρωπο.
Οι άνθρωποι που συναντά ο Αλέξανδρος στο δρόμο του είναι συμβολικές μορφές, αυτοί που καθορίζουν τον κάθε σταθμό,  σαν ορόσημα σ’ αυτή την υπαρξιακή αναζήτηση.
Στο ταξίδι του διασχίζει ονειρικούς τόπους και μπαινοβγαίνει σε παράξενα κτίρια, με σκάλες που δημιουργούνται σκαλί σκαλί καθώς τις κατεβαίνεις, καταπακτές, πόρτες ή παράθυρα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μυστηριωδώς και μου θύμισαν τα πέρα από τη λογική κτίρια του Escher. Ακριβώς όπως πέρα από τη λογική είναι καμιά φορά και τα όνειρά μας, οι φόβοι και οι επιθυμίες μας.


Ακολουθώντας τον Αλέξανδρο ο αναγνώστης παρασύρεται σε στοχασμό γύρω από τη ζωή και την ανθρώπινη μοίρα, το πεπρωμένο, για τον εαυτό που μας δόθηκε.  
Τον οποίο, ακόμα κι αν τον βλέπουμε ως κατάρα, «πρέπει να προσπαθήσουμε να τον μεταμορφώσουμε μέσα μας σε ευλογία , αναζητώντας τα θετικά στοιχεία του, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, αφού δεν μπορούμε να απαλλαγούμε απ’ αυτόν».
Προς το τέλος του ταξιδιού ο Αλέξανδρος συναντά μια άλλη μορφή σύμβολο τον Παρατηρητή και η μεταξύ τους συνομιλία είναι ένα από τα δυνατά σημεία του βιβλίου:
Λέει ο Αλέξανδρος για τους ανθρώπους «… Πλάστηκαν ενδεχομένως ως τέρατα. Αλλά η ωραιότητά τους είναι ότι «κατασκευάζουν» την ωραιότητα που δεν τους δόθηκε».
«Βέβαια», είπε ο Παρατηρητής. «Έχεις απόλυτο δίκιο. Μπορεί να είμαστε δυστυχισμένοι, ασθενείς, κτηνώδεις, πεπερασμένοι, θλιβεροί, άθλιοι, ζωώδεις, φριχτοί, βρομεροί, αποκρουστικοί ή και τόσα άλλα πολύ πιο ακατανόητα κι από την Ιστορία μας ακόμη, ακόμη κι από την ιστορία του Άντρα (έχει προηγηθεί αναφορά στο μύθο του Οιδίποδα), όμως πέρα απ’ όλα αυτά είμαστε οι αναζητητές της ανωτερότητάς μας. Κι αυτό,  πιθανώς μας δικαιώνει».
Κάθε αναγνώστης παίρνει το δικό του μήνυμα από το κάθε βιβλίο κι εγώ κρατώ αυτά τα λόγια:  Να ψάχνουμε τα θετικά στοιχεία του εαυτού μας, να προσπαθούμε να κατασκευάζουμε την ωραιότητα που δεν μας δόθηκε για να αντέξουμε στα δύσκολα της πορείας μας.
Και τι βρίσκεται στο τέλος του δρόμου; Η σιωπή, δηλώνει  ο συγγραφέας, ήδη από τον τίτλο. Αλλά,  ας προσπαθήσουμε να χαρούμε το ταξίδι κι όσο για τη σιωπή…  Τι να πούμε; Ας σιωπήσουμε....