Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Για της Πόλης τη χαμένη ψυχή

Διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, το οποίο μας ήρθε εκ Τουρκίας, με τον παράξενο τίτλο «Ξυλόκερκος πόρτα» (Εκδόσεις Κονιδάρη, 2013). Το έγραψε η Ογιά Μπαϊντάρ και το μετέφρασε από τα Τουρκικά η Νίκη Σταυρίδη.



Μια ιστορία με πολιτικό φόντο, καθώς στην πλοκή παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο επαναστάτες (ενεργοί και παλαιότεροι) και στη δράση περιλαμβάνονται οι απεργίες πείνας και οι νηστείες μέχρι θανάτου των κρατουμένων σε κελιά απομόνωσης, αλλά και των συγγενών τους που βρίσκονται έξω από τις φυλακές. Μια ιστορία για την διαρκή αναμέτρηση του θανάτου με τη ζωή, αλλά και του έρωτα, ο οποίος μοιάζει ν’ αποτελεί μια έκφανση και των δύο.

Παρά την έντονη πολιτική χροιά, ο προβληματισμός της Μπαϊντάρ μας παρασύρει στα εσώτερα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, στην αέναη αναζήτηση της φαντασιακής πόρτας, η οποία θα μας οδηγήσει  στον άγνωστο εαυτό μας ή σ’ αυτόν που γνωρίζουμε μεν καλά, αλλά τον έχουμε κρύψει επειδή δεν έχουμε το θάρρος να τον αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει δηλαδή, το ενδεχόμενο να βρούμε την πόρτα, να την μισανοίξουμε και τρομαγμένοι να την ξανακλείσουμε…

Πέρα απ’ αυτά, το μυθιστόρημα είναι και μια αναζήτηση του πραγματικού προσώπου της Πόλης, της Κωνσταντινούπολης, της Ισταμπούλ. Είναι αλήθεια πως αυτή η μοναδική πόλη,  εμπνέει πολλούς Τούρκους συγγραφείς  καθώς αποτελεί ένα παλίμψηστο με αλλεπάλληλα στρώματα ιστορικών γεγονότων και λαών, αλλά και τάξεων. ( Δείτε παλαιότερη ανάρτηση για το βιβλίο του Αχμέτ Ουμίτ "Μνήμες Κωνσταντινούπολης" εδώ.)

Στο βιβλίο η Πόλη των παιδικών χρόνων του Τεό, ενός Έλληνα της Πόλης, συμβαδίζει με την βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, μια και ως ιστορικός ενδιαφέρεται για μια μυστηριώδη πόρτα στα παλιά τείχη, μπλέκεται όμως και με την Ισταμπούλ της Ντερίν - μιας νεαρής γυναίκας από την ανώτερη τάξη της Τουρκίας - με τα οχυρωμένα και φρουρούμενα συγκροτήματα, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα πολύβουα κλαμπ. 
Αυτές συνυπάρχουν με την άλλη Ισταμπούλ, αυτή  του Κερέμ Αλί, την πόλη των φτωχομαχαλάδων, την επικράτεια των «μη λευκών Τούρκων» και των τρομοκρατών / επαναστατών – η λέξη αλλάζει ανάλογα με το ποιος είναι αυτός που τη χρησιμοποιεί -  των απεργών πείνας  κι αυτών που «ξαπλώνουν για να πεθάνουν»,  των αυθαιρέτων, των καπηλειών, των λαϊκών κι επαναστατικών τραγουδιών. 
Υπάρχει ακόμη η Πόλη της Ουλκιού, μιας πρώην επαναστάτριας.  Αν και είναι Τουρκάλα χρησιμοποιώ τον όρο «Πόλη» κι όχι «Ισταμπούλ», γιατί η δική της πόλη, η πόλη της νοσταλγίας της,  μοιάζει με την Πόλη του Τεό, είναι η πόλη των μικρών σπιτιών, της γειτονιάς με δρόμους που έχουν ονόματα λουλουδιών και πουλιών, της παιδικής χαράς με τον αμμόλακκο…

Ακόμα κι οι θρησκείες, παλιές και νέες, μπλέκονται, όταν οι γυναίκες με τα μαύρα τσαντόρ «προβάλλονται» ως καλόγριες.  Όταν δίπλα στις αναφορές σε λατρευτικές τελετές και  σε σύμβολα των Αλεβιτών, στον προφήτη Αλί και το Ζουλφικιάρ, το περίφημο σπαθί του, συναντάμε αναφορές σε πολλά χριστιανικά σύμβολα, πράγμα κάπως ασυνήθιστο σε τουρκικό μυθιστόρημα.
Συναντάμε τον Ιούδα και τον αμφισβητούμενο ρόλο του στην προδοσία του Ιησού, μορφές απ’ τα χριστιανικά εικονίσματα με τις οποίες παρομοιάζονται οι γυναίκες, την  Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου με την Παναγία που κρατά τον νεκρό Χριστό στην αγκαλιά της κι είναι σαν να κυοφορεί το αγέννητο παιδί της,  και πάνω απ’ όλα τη θυσία ή μάλλον την αυτοθυσία, όχι με την έννοια που της δίνουν οι μαχητές του ιερού πολέμου,  αλλά με την χριστιανική έννοια της θυσίας αυτού που  θυσιάζεται με ελεύθερη βούληση για να μην θανατώσει, αλλά για να βοηθήσει την ανθρωπότητα, την κοινωνία. Μια θυσία όπως αυτή του Χριστού, ο οποίος σταυρώθηκε για να σώσει τον κόσμο.

Σύμβολο που ενώνει όλους αυτούς τους διαφορετικούς κόσμους, το ανθισμένο δέντρο της κουτσουπιάς, το δέντρο του Ιούδα, ή κερκίς η κερατοειδής, όπως είναι το επιστημονικό της όνομα. Από το ξύλο του δέντρου αυτού είναι φτιαγμένη και η μυστηριώδης πόρτα  - η Κερκόπορτα – που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο.

Δεν γίνεται να μη σταθώ στη μετάφραση, στην οποία οφείλεται ένα μεγάλο μέρος της απόλαυσης που αντλεί κανείς από την ανάγνωση του βιβλίου. Η Νίκη Σταυρίδη μας βάζει στο κλίμα με τις πολύ κατατοπιστικές σημειώσεις της, απαραίτητες όχι μόνον για τους εξ Ελλάδος αναγνώστες, αλλά και για μας που μεγαλώσαμε στην Τουρκία. Πάνω απ’ όλα, όμως, με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, η οποία μ’ έκανε πολλές φορές ν’ αναρωτηθώ πώς να ήταν στα Τουρκικά κάποιες εκφράσεις. Όπως, για παράδειγμα, όταν γράφει για την «πεισιθάνατη απελπισία» που ένιωθε η Ουλκιού ή για τη γυναίκα του γιατρού, η οποία περιφερόταν ανάμεσα στους ασθενείς «ανεμίζοντας την ομορφιά της»…

Σαν επίγευση, τέλος, από το ωραίο κι ενδιαφέρον αυτό μυθιστόρημα κρατώ την αγάπη για τη ζωή, τη λαχτάρα για την ανακάλυψη της  «πόρτας» μας, την αγωνία για την «ψυχή της Πόλης» που χάνεται και την πίκρα για το πόσο δύσκολο, για να μην πω αδύνατον, είναι να ξεφύγει κανείς απ’ το περιβάλλον του και να περάσει σ’ έναν καινούριο κόσμο.


Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

«Πολλά τα λεφτά, Άρη»

Όταν η Τζάκι παντρεύτηκε τον Ωνάση, η μητέρα μου, παραφράζοντας τη γνωστή φράση, είχε πει : «Την δόξαν πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς». Αν και μεγάλωσα μ’ έναν πατέρα ο οποίος, ως καλλιτέχνης, ελάχιστη σημασία έδινε στο χρήμα, στο σπίτι μας παίρναμε λαχείο και θυμάμαι με τι ελπίδες περιμέναμε να μας χαμογελάσει η τύχη.
Ποιος είναι εκείνος που δεν έκανε όνειρα, αναλογιζόμενος πώς θα ξόδευε τα λεφτά,  αν του έπεφτε μια κληρονομιά από έναν ξεχασμένο θείο, αν κέρδιζε στο λαχείο ή στο Λόττο, αν ανέβαιναν ξαφνικά οι μετοχές του στο χρηματιστήριο, αν…  

Αν όμως τα χρήματα που μας πέσουν είναι ξένα; Αν ανήκουν σε κάποιον άγνωστο που τα έχασε;

Τι θα κάνατε, αλήθεια,  αν βρίσκατε μια βαλίτσα με λεφτά, ένα τσαντάκι παραφουσκωμένο με χαρτονομίσματα, μια μαξιλαροθήκη τίγκα στο δολάριο;  

Θα ψάχνατε να βρείτε σε ποιον ανήκουν τα χρήματα ή θα το θεωρούσατε έργο της Θείας Πρόνοιας, η οποία αποφάσισε επιτέλους, ν’ ασχοληθεί μαζί σας και θα τα κρατούσατε;

Θα σκεφτόσασταν ότι ίσως να τα έχασε κάποιος με μεγαλύτερες ανάγκες από τις δικές σας και θα τα παραδίδατε στην αστυνομία ή θα κάνατε το κορόιδο, σκεπτόμενοι τις τρύπες που θα καλύψετε μ’ αυτά;

Μήπως στην απόφασή σας θα έπαιζε ρόλο το ... μέγεθος του "πακέτου" που βρέθηκε μπροστά σας; 
«Πολλά τα λεφτά, Άρη», είπε ο Σπύρος Καλογήρου απευθυνόμενος στον Νίκο Κούρκουλο, στη γνωστή ατάκα από την ταινία «Λόλα». Όταν πρόκειται για ένα ποσόν που μας υπερβαίνει, ο πειρασμός είναι μεγαλύτερος.

Θα ήταν πιο εύκολο να κρατήσετε το χρήμα αν γνωρίζατε πως είναι προϊόν παράνομης δραστηριότητας;

Μήπως θα σας απασχολούσε το παράδειγμα που θα δίνατε στα παιδιά σας από την όποια απόφασή σας, η γνώμη που θα σχημάτιζε για σας το έτερον σας ήμισυ, οι φίλοι σας, οι γνωστοί σας;
Τι θα σας τρόμαζε περισσότερο; Να σας πουν "ανέντιμο" ή να σας χαρακτηρίσουν "μαλάκα";  

Οι ήρωες τεσσάρων βιβλίων, που έτυχε να διαβάσω το ένα κατόπιν του άλλου, αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις.

Ένας εκατοντάχρονος γέρος βρίσκει μια βαλίτσα γεμάτη με λεφτά, στο διασκεδαστικό μυθιστόρημα του Σουηδού Γιούνας Γιούνασον, «Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε απ’ το παράθυρο κι εξαφανίστηκε» (Ψυχογιός, 2013).


Οι εξωφρενικές περιπέτειες του παράξενου γεράκου είναι ξεκαρδιστικές, ως χαρακτήρας όμως, βρήκα πως είχε και μια τραγική διάσταση.
Όσο για  το μυθιστόρημα, αν και μοιάζει με φάρσα, προκαλεί σοβαρές σκέψεις για τον τρόπο που πρέπει ν’ αντιμετωπίζει ο καθένας από μας,  τη ζωή και τις ανατροπές της…

Βαλίτσα γεμάτη δολάρια  βρίσκει και ο ήρωας του Κόρμακ Μακάρθι. στο βιβλίο Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους  (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2008). Τα λεφτά όμως, προέρχονται από διακίνηση ηρωίνης κι εδώ δεν υπάρχει χώρος για γέλιο καθώς πίσω από τον νεαρό τυχοδιώκτη πέφτει ένα σμήνος από κακούργους, διεφθαρμένους σερίφηδες και άλλα κακοποιά στοιχεία ενώ γίνεται και στόχος  ενός αδίστακτου πληρωμένου φονιά  που σκορπίζει πτώματα στο διάβα του. Η πένα του του Μακάρθι είναι  αιματοβαμμένη και  ανελέητη  κι εμείς παρακολουθούμε  με κομμένη την ανάσα τις απέλπιδες προσπάθειες του ήρωα να γλιτώσει απ' αυτόν τον συρφετό.



Στο τρίτο βιβλίο, γραμμένο μέσα στην καρδιά της ελληνικής κρίσης, την εποχή των αγανακτισμένων, ο ήρωας, ένας ταξιτζής, βρίσκει ξεχασμένο στο ταξί του ένα τσαντάκι μ’ ένα σεβαστό ποσόν, ικανό να λύσει όλα του τα προβλήματα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, «Η πόλη και η σιωπή», (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2013).



Με χειρουργική ακρίβεια, ο Τζαμιώτης, ανατέμνει την κρίση, εξερευνά όλες τις πτυχές του κοινωνικού γίγνεσθαι που μας έφεραν ως εδώ, μοιράζει ακριβοδίκαια στον καθένα το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Η ζοφερή ατμόσφαιρα της πληγωμένης Αθήνας, τα στιγμιότυπα από τις σκηνές καθημερινής τρέλας που ζει ο ταξιτζής στις διαδρομές του, ο αγώνας για την επιβίωση, την αξιοπρέπεια, την οικογενειακή ευτυχία, είναι το σκηνικό, μέσα στο οποίο ο ήρωας αντιμετωπίζει διλήμματα σαν αυτά που αναφέραμε πιο πάνω.  Παρά την πικρή πραγματικότητα που στήνει μπροστά στα μάτια μας ο συγγραφέας, όταν έκλεισα το βιβλίο ένοιωθα ικανοποιημένη.
Το συνιστώ, εκτός των άλλων, και για τα πολύ ωραία και προσεγμένα Ελληνικά του.

Το τέταρτο βιβλίο είναι η «Γλυκιά αιωνιότητα» (Οξύ, 2010)  του Τζορτζ Πελεκάνος.


Εδώ, ένας υπάλληλος μιας εταιρείας που επισκευάζει πλυντήρια, στην Ουάσιγκτον,  γίνεται μάρτυς ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος και βουτάει απ' το φλεγόμενο αμάξι μια μαξιλαροθήκη γεμάτη χρήμα. Χρήμα, όμως, το οποίο προέρχεται κι αυτό από εμπόριο ναρκωτικών… Έτσι ο άνθρωπός μας μπλέκεται με συμμορίες και διεφθαρμένους αστυνομικούς, εμπλέκει όμως κι αθώους βιοπαλαιστές που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Ωραία πλοκή κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Στην προσπάθεια του όμως να μας μπάσει στο κλίμα της εποχής και του τόπου, ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες σκηνές από τους αγώνες του  κολλεγιακού πρωταθλήματος μπάσκετ του 1986, ενώ οι ήρωες, καλοί και κακοί, περιφέρονται "τσιτωμένοι", αφού δεν σταματούν  να σχηματίζουν λοφάκια κοκαΐνης, να χαράζουν γραμμές και να σνιφάρουν. Και ναι μεν  περιγράφει μια πραγματικότητα, η επιμονή όμως σ' αυτά τα στοιχεία ήταν κουραστική. 

Τέλος, αυτό που  συνειδητοποίησα διαβάζοντας  τα τέσσερα, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, βιβλία είναι, πως όταν «είναι πολλά τα λεφτά» κουβαλούν μαζί τους και πολλούς μπελάδες. Γι αυτό, αν πέσει στο δρόμο μου ένα τσουβάλι  με λεφτά, εγώ θα προσπεράσω… Λέμε, τώρα.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Καλή Χρονιά

Για καλή χρονιά κάτι απ' τον Ελύτη, που μ' αρέσει πολύ :

"Πολύ δε θέλει ο κόσμος.Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν απ' το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς
Προς
Την αντίθετη κατεύθυνση"

Ας ευχηθούμε μέσα στο 2014 να βρεθούν κάποιοι που θα κάνουν αυτή τη στραβοτιμονιά για την Ελλάδα, αλλά κι ο καθένας μας να βρει τη δύναμη να κάνει αυτή τη μικρή ανεπαίσθητη κίνηση προς την "αντίθετη κατεύθυνση"...

Ζωγραφική της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου

Καλή χρονιά!

Το απόσπασμα είναι από το ποίημα VILLA NATACHA από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, Ίκαρος 1980.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Η περιέργεια των Μάγων

Στο ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο» (το τρέιλερ της ταινίας: εδώ), μια γυναίκα, η οποία χτυπήθηκε απ' τον καρκίνο, μιλά για τις αλλαγές που έφερε η ασθένεια στη ζωή της. Λέει, για παράδειγμα, κάπως απολογητικά, πως δεν την ενδιαφέρει πια αν ο γιος της θα μπει στο Πανεπιστήμιο. Δεν του φωνάζει πια για να διαβάζει. Το μόνο που τον συμβουλεύει είναι να έχει περιέργεια για τα πράγματα γύρω του. Και δεν εννοεί, βέβαια, την περιέργεια, η οποία «σκότωσε τη γάτα», κατά τη γνωστή παροιμία των Αγγλοσαξόνων, αυτήν που θέλει να μάθει τι κάνει ο διπλανός μας, αλλά αυτή τη ζωηρή περιέργεια που έχουν τα  παιδιά.

Αυτήν που είναι χάρισμα, γιατί χάρη σ’ αυτή ρωτούν εκείνα τα ατελείωτα «γιατί» και «πώς» τους, ψηλαφούν τον κόσμο κι ανακαλύπτουν τις δικές τους αλήθειες.

Χάρισμα, το οποίο ατονεί όσο μεγαλώνουμε και μας απορροφούν οι ασχολίες της καθημερινότητας και μένει ένα υπόλειμμα μεταλλαγμένης περιέργειας, που είναι πια κουσούρι.

Ό,τι όμως κατόρθωσε ο άνθρωπος από τη στιγμή που στάθηκε στα  δυο του πόδια το οφείλει σ’ αυτή την παιδική περιέργεια. Κι όσοι ενήλικες διατηρούν αυτό το χάρισμα μπορούν ν’ ανακαλύπτουν καινούρια πράγματα, είτε έξω, στον κόσμο, είτε βαθιά μέσα τους.
Είναι η περιέργεια, που οδηγεί στις επιστημονικές ανακαλύψεις, στα επιτεύγματα της τεχνολογίας, στον φιλοσοφικό στοχασμό, στην καλλιτεχνική δημιουργία, στην αναζήτηση της αλήθειας, στις μεταφυσικές ανησυχίες, στην αυτογνωσία…Αυτή είναι, που φέρνει ανέλιξη και πρόοδο.

Αυτή η περιέργεια παρακίνησε κάποτε τρεις σοφούς άνδρες να επιχειρήσουν ένα μακρύ κι αμφίβολης έκβασης ταξίδι.  Μια πορεία με άγνωστο προορισμό, με οδηγό ένα άστρο, το οποίο, ίσως, αποδεικνυόταν απατηλό.
 
Οι τρεις Μάγοι (Ψηφιδωτό - Μονή της Χώρας)



Οι άνδρες αυτοί είχαν αξιώματα, πλούτη, γνώσεις. Τους εκτιμούσαν και τους σέβονταν. Ξεκίνησαν όμως το ταξίδι τους εγκαταλείποντας τις βεβαιότητές τους, αμφισβητώντας ό,τι τους προσδιόριζε μέχρι τότε, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους και ν’ αναζητήσουν την αλήθεια.
 
Οι τρεις Μάγοι (τοιχογραφία - Κύπρος)


Ναι, ξέρω. Παραμύθι, θα πουν κάποιοι. Όλοι οι μύθοι, όμως, περιέχουν μηνύματα.

Αυτά, τα δύσκολα για τους πολλούς Χριστούγεννα, θα ήθελα να πάρω  λίγη από την περιέργεια των τριών Μάγων, λίγο απ’ το πάθος, την τόλμη, αλλά και την ταπεινοσύνη τους για να  ριψοκινδυνεύσω ένα ταξίδι - προσκύνημα προς τη φάτνη, η οποία βρίσκεται τόσο μακριά – σε κάθε σημείο του Κόσμου μας - , αλλά και τόσο κοντά – μέσα μας!
Για να δω ξανά ό,τι βρίσκεται γύρω μου, και κυρίως τους άλλους, με περίεργα μάτια, προσπαθώντας να μαντέψω τις ανάγκες τους, να ικανοποιήσω κάποιες κρυφές τους επιθυμίες, ν' ανακαλύψω πού οφείλονται οι αδυναμίες τους και να κατανοήσω τα κίνητρα των πράξεων τους… 
Ν' αποτολμήσω κι ένα ταξίδι προς την άγνωστη ήπειρο της δικής μου ψυχής, για να δω τον εαυτό μου με την περιέργεια ενός παιδιού, να τον ανακαλύψω απ’ την αρχή και ν’ αξιολογήσω τις προτεραιότητές μου, να επαναπροσδιορίσω την ταυτότητά μου, να  ελευθερωθώ απ' τις άγκυρές μου, όπως  εκείνοι οι τρεις σοφοί…
Για όσους διακινδυνεύσουν ένα τέτοιο ταξίδι, εύχομαι ένα άστρο - σαν αυτό των Χριστουγέννων - να φωτίζει το δρόμο τους!


Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ο τόπος μας είναι κλειστός;

«Τον τόπο μας τον αγαπάμε γιατί εκεί γεννηθήκαμε, κι έρημος να ήταν πάλι θα τον πονούσαμε»,  μου έγραψε η Αναστασία, από την ομάδα «΄Ιμβριοι» - στο φέισμπουκ- σχολιάζοντας μια προηγούμενη ανάρτηση ( Ίμβρος, “un charmant pays”), κι έτσι είναι.
Τον αγαπάμε τον τόπο μας, όσο φτωχός, όσο έρημος και ξερός,  όσο «κλειστός, όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα» κι αν είναι.

Desert landscape (Derek McCrea)

 Δυστυχώς όμως, όσο ζούμε σ' αυτόν, συνήθως, του βρίσκουμε χίλια δυο κουσούρια. Αν τύχει δε να περνάμε και μια περίοδο κρίσης, όπως τώρα, στην Ελλάδα, τότε φτάνουμε στο σημείο να τον απαξιώνουμε εντελώς, ακόμα και να ντρεπόμαστε γι αυτόν.
Καταλαβαίνουμε καλύτερα την αξία του όταν φύγουμε μακριά. Αν τύχει μάλιστα και είμαστε διωγμένοι, τότε τον λαχταράμε ακόμα περισσότερο – κάτι ξέρουμε κ εμείς, οι Τουρκομερίτες.

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες δύο διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία ξανασκέφτηκα τον τρόπο με τον οποίο «βλέπουμε» την πατρίδα μας, καθώς και τα δύο διερευνούν το ξεχωριστό βλέμμα, με το οποίο κοιτάζει κανείς έναν τόπο.


Στο  Ένας τυχαίος εραστής (Καστανιώτης, 2010), η Ναντίν Γκόρντιμερ, θίγει το θέμα περιγράφοντας έναν έρωτα, μια σχέση ανάμεσα σ’ έναν Άραβα μετανάστη και σε μια Νοτιοαφρικανή λευκή.
Ο Άραβας, ο Αμπτού, από μια φτωχή κι έρημη χώρα, από ένα τρισάθλιο χωριό, ονειρεύεται τις πλούσιες χώρες και προσπαθεί ν’ αποκτήσει την πολυπόθητη άδεια παραμονής, πρόθυμος να δουλέψει κάτω από συνθήκες χειρότερες απ’ αυτές της πατρίδας του, γιατί πιστεύει πως μόνο έτσι θα μπορέσει να βελτιώσει τη ζωή του, να γίνει κάτι, κάποιος.
Όταν αναγκάζεται να επιστρέψει στη χώρα του κι η κοπέλα δηλώνει πως θα πάει μαζί του, χάνει τον κόσμο.  Ντρέπεται τόσο πολύ για τον τόπο του, που προτιμά να τη χάσει παρά να την υποχρεώσει να ζήσει τη φτώχεια και την εξαθλίωση, και μαζί μ’ αυτά και την καταπίεση της γυναίκας. Δεν θέλει να  δει την περιφρόνηση στο πρόσωπό της.
Arab village (Myrtle Broome)

Είναι όμως, πράγματι τόσο απαίσιος ο τόπος του; 
Η γοητευτική γραφή της Γκόρντιμερ μας ταξιδεύει στον τόπο αυτό και μας τονίζει τις διαφορές του από τη Νότια Αφρική. Για την κοπέλα, η μετάβαση από την ελευθερία και τις ανέσεις της χώρας της στο ξένο κι εχθρικό περιβάλλον είναι ένα σοκ. Όσο όμως γνωρίζεται με την οικογένεια και ζει τις συνήθειες του σπιτιού, κάτι μέσα της αλλάζει. Γι αυτή την ξένη, αυτός ο παλιότοπος παρουσιάζει τα δικά του ανεκτίμητα δώρα, που δεν τα συνάντησε στην πλούσια πατρίδα της. Ακόμη κι η έρημος, η οποία περιβάλλει το χωριό αρχίζει να φαντάζει γοητευτική.
Και καταπιάνεται με το να γεννά ιδέες για το πώς θα μπορούσε η ζωή εκεί να βελτιωθεί, να πρασινίσει ο τόπος, να ανοίξουν καινούριες δουλειές.
Ο άντρας όμως είναι ανένδοτος: 
«Σ’ αυτό τον τόπο τίποτα δεν γίνεται».
Αναλώνεται στην αναζήτηση του Δυτικού Παράδεισου που θα τους δεχθεί, δυστυχής όσο του αρνούνται την είσοδο στις χώρες του ονείρου.

Κι όμως, «κάθε τόπος αν τον δουλέψεις μπορεί να σε θρέψει, να σε ζήσει», λέει ο Σωτήρης Δημητρίου στο διήγημα «Ξένα ρούχα», που περιλαμβάνεται στο Το αποτύπωμα της κρίσης (Μεταίχμιο, 2013), όπου «δεκαεπτά από τους πλέον παρεμβατικούς και ενδιαφέροντες έλληνες συγγραφείς αποτυπώνουν τις διάφορες πτυχές της κρίσης». 





Ο Δημητρίου μιλά για τους μετανάστες που ζουν στην Ηγουμενίτσα περιμένοντας μια ευκαιρία για να ταξιδέψουν προς τη Δύση. Γι «αυτά τα παιδιά, που αφήνουν πίσω τα δικά τους ανεκτίμητα, γονείς, συγγενείς, φίλους, γλώσσα, τραγούδια κι αγαπημένους τόπους για το καταναλωτικό δυτικό όνειρο»...



Waiting on the shore (Stephan McLaren)

Στο ίδιο βιβλίο ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στο διήγημα του «Ο ξένος που έφυγε», μας μιλά για τον Ταρίκ, έναν Ιρακινό, ο οποίος είναι κι αυτός ένα από εκείνα «τα παιδιά» του Δημητρίου, που γυρίζει την Ευρώπη ψάχνοντας χώρα για να στεριώσει.
«Ήξερα τι μου έλειπε: η οικογένειά μου, μια δική μου οικογένεια. Ένα σπίτι γεμάτο κόσμο, μυρωδιές, φασαρία, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες. Όλοι μαζί. Βαριόμουνα την Ευρώπη, τα συστήματα, τους ελέγχους, την καχυποψία. Ίσως ήταν λάθος που είχα φύγει. Νόμιζα ότι θα έβλεπα αλλιώς τον κόσμο, ότι θα έδινα και θα έπαιρνα

Το έχω γράψει (Η αστυνομικίνα είχε άγγελο), κι είναι κάτι που το πιστεύω, πως ο καθένας πρέπει να διαβαίνει το κατώφλι του, να δοκιμάζει να ζήσει αυτό που λαχταρά πληρώνοντας το τίμημα.

Σκεφτόμουνα, όμως, τα νέα παιδιά που φεύγουν από την Ελλάδα, καθώς αισθάνονται ο τόπος αυτός να τα πνίγει. Κι αναρωτιέμαι δεν υπάρχει τρόπος να περάσει κανείς το κατώφλι χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλείψει  την πατρίδα του, «τα δικά του ανεκτίμητα»;
Beautiful people (Μιλένα Δημητροκάλλη, 2013)

«Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου» λέει ο Πεσσόα (Το βιβλίο της ανησυχίας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1989) μιλώντας για τα ταξίδια.
 Κι ο Σωτήρης Δημητρίου συμπληρώνει : «Με τον τρόπο που το άσχημο βλέμμα βλέπει τα άσχημα έτσι κι ο φτωχός νους βλέπει τη φτώχεια».

Όσο «κλειστός»  κι αν είναι ο τόπος μας θα μπορούσαν, άραγε, οι νέοι μας ν’ αλλάξουν τη ματιά τους, να κοιτάξουν μ’ όμορφο βλέμμα την όμορφη πατρίδα μας,  ν’ ανακαλύψουν στον τόπο που μέχρι τώρα περιφρονούσαν, κάτι σαν αυτό που γοήτευσε την πλούσια και καλομαθημένη λευκή στο άνυδρο, έρημο, οπισθοδρομικό και ρυπαρό χωριό του Αμπντού;

Χωρίς τίτλο (Tjunkura Ken)

Δεν θα προσπαθούσαν τότε να δημιουργήσουν τις δικές τους ευκαιρίες, με φαντασία, μ’ εφευρετικότητα, με ευελιξία, με νέες καινοτόμες ιδέες, συνδυάζοντας, ίσως, τις νέες τεχνολογίες και τις σύγχρονες μεθόδους με τα παραδοσιακά, περιφρονημένα επαγγέλματα;

Υπάρχουν τέτοιες κινήσεις κι εύχομαι να γίνουν περισσότερες… γιατί «εκεί που σ’ αγαπάνε δεν είναι ποτέ νύχτα», όπως γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου, στο δικό της διήγημα, το «Voodoo child».


Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Το στρεβλό φεγγάρι του Murakami


Διάβασα για πρώτη φορά γιαπωνέζικη λογοτεχνία πριν από αρκετά χρόνια. Ήταν «Οι Σαμουράι»  του Σουσάκο Έντο κι η γνωριμία με την μακρινή και «ξένη» αυτή χώρα με γοήτευσε. Από τότε κι άλλοι Γιαπωνέζοι συγγραφείς όπως ο Κενζαμπούρο Όε κι η Γυόκο Ογκάουα έγιναν οι αγαπημένοι μου. Μ’ αρέσει να γνωρίζω μια εξωτική χώρα και τους ανθρώπους της – τόσο διαφορετικοί  κι όμως  τόσο οικείοι – με όχημα την καλή λογοτεχνία.  Από τον Χαρούκι Μουρακάμι διάβασα το To κουρδιστό πουλί  κι εντυπωσιάστηκα, το Νορβηγικό δάσος,  όμως δεν μ’ ενθουσίασε.
Για το 1Q84  είχα ακούσει πολλές αντικρουόμενες απόψεις και τελικά αποφάσισα να το διαβάσω. Ιδού οι εντυπώσεις μου:

Το 1984 μια κοπέλα, η Αομάμε, για να προλάβει ένα ραντεβού, αναγκάζεται, εξαιτίας ενός τρομερού μποτιλιαρίσματος, να αποβιβαστεί απ’ το ταξί και να κατέβει μια σκάλα που ενώνει δυο αυτοκινητόδρομους για να πάρει το τρένο. Αποδεικνύεται πως η σκάλα αυτή είναι μια «πύλη», η οποία την οδηγεί σε μια διακλάδωση της πραγματικότητας. Αντιλαμβάνεται σταδιακά κάποιες μικρές διαφορές  σε σχέση με τον κόσμο όπου ζούσε μέχρι τότε, με αποκορύφωμα τα δυο φεγγάρια που βλέπει στον ουρανό. Ένα κανονικό, όπως το ξέρουμε όλοι κι ένα μικρότερο, στρεβλό και πρασινωπό, σαν αντανάκλαση του άλλου.

Αυτό την πείθει πως έχει παγιδευτεί σ’ έναν καινούριο κόσμο, τον οποίο ονομάζει 1Q84 από το  Question mark (ερωτηματικό). Παραπέμπει, βέβαια, στον Όργουελ και το «1984» και στο βιβλίο ο Μεγάλος Αδελφός αναφέρεται πολλές φορές. Πρόκειται όμως και για ένα λογοπαίγνιο, αφού «κιου»  στα γιαπωνέζικα σημαίνει 9.  
Η ιστορία δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον, αν η Αομάμε δεν ήταν μια κατά συρροήν δολοφόνος, η οποία δολοφονεί, μ’ έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο, άντρες που έχουν κακοποιήσει γυναίκες.  Κι αν δεν έμπλεκε με μια μυστηριώδη θρησκευτική σέκτα, της οποίας τα μέλη εξαπολύουν ένα ανελέητο κυνηγητό για να την πιάσουν. Κι αν δεν ήταν ερωτευμένη με τον Τένγκο, από το Δημοτικό,  χωρίς να τον έχει δει ξανά, από τότε.  Κι αν ο νεαρός δεν είχε βοηθήσει στη συγγραφή ενός  μυθιστορήματος, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφει έναν κόσμο με δυο φεγγάρια…


"Το ένα ήταν συνηθισμένο, αυτό που ξέρουμε, και το άλλο πολύ μικρότερο και πρασινωπό, λίγο στραβό σε σχέση με το πραγματικό  και λιγότερο φωτεινό."


Η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον.  «Έρως ανίκατε μάχαν» ή θα μας προλάβουν οι κακοί; Δεν πρόκειται να αποκαλύψω περισσότερα.
Όταν όμως φτάνεις στο τέλος, αναρωτιέσαι αν διάβασες κάτι βαθυστόχαστο ή πρόκειται για μια μπούρδα…

Αν μείνει κανείς στα Ανθρωπάκια που βγαίνουν απ’ το στόμα μιας ψόφιας κατσίκας, στα κουκούλια που υφαίνονται με αέρα, στα εξωπραγματικά φεγγάρια και σ’ άλλα γεννήματα της αχαλίνωτης φαντασίας του συγγραφέα, μπορεί να πει ότι πρόκειται για μια ευχάριστη μπούρδα.
Αν επιμείνουμε, όμως,  και ξανασκεφτούμε αυτά που διαβάσαμε; 
«Τα φαινόμενα απατούν. Η πραγματικότητα είναι πάντα μόνο μία», λέει ο ταξιτζής που αφήνει την Αομάμε μπροστά στην «πύλη» του 1Q84. Ναι, αλλά πια απ’ όλες τις πραγματικότητες που στήνονται γύρω μας είναι η μία, η αληθινή; Πώς θα την ξεχωρίσουμε;
Οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, τα σχολικά βιβλία, το Διαδίκτυο, μας παρουσιάζουν τις δικές τους εκδοχές της πραγματικότητας. Ακόμη κι η οικογένειά μας θέλοντας να διαφυλάξει κάποια μυστικά, αλλά κι ο ίδιος μας ο εαυτός μερικές φορές, πλάθουν τον δικό τους κόσμο, καταπώς τους βολεύει.  Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε, λοιπόν, για την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε;
Πιστεύω πως όλος αυτός ο χορός των φανταστικών στοιχείων που στήνει ο Μουρακάμι, έχει στόχο, λειτουργώντας  αλληγορικά,  να καταδείξει αυτή ακριβώς την πλάνη μέσα στην οποία μπορεί να μας ρίξει μια αφήγηση, είτε αυτή είναι ένα μυθιστόρημα είτε η ιστορία της ζωής μας και κατά πόσον εμείς έχουμε τη δυνατότητα ή και τη διάθεση να βγούμε απ’ αυτή την πλάνη.
Στο μυθιστόρημα  η στρεβλή, όπως το δεύτερο φεγγάρι, πραγματικότητα λειτουργεί, κάπως, σαν το πηγάδι στο Κουρδιστό πουλί, γιατί παρακινεί τους ήρωες να ψάξουν μέσα τους, ν’ ανακαλύψουν τον ίδιο τον εαυτό τους και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους. Μόνον τότε το δεύτερο φεγγάρι θα χαθεί απ’ τον ουρανό.
Αλλά και τότε ακόμη, μένει μια αμφιβολία. Είναι αυτή η αληθινή πραγματικότητα ή μια άλλη που της μοιάζει;  Μήπως είναι το είδωλο της στον καθρέφτη;

Το σημαντικό είναι η επίγευση που αφήνει το χορταστικό αυτό μυθιστόρημα:
Στοχασμός, αλληγορία, ποιητική γραφή, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ρεαλιστικές περιγραφές - ακόμα και των φανταστικών στοιχείων -  κι όλα αυτά σ’ ένα πακέτο θρίλερ με συναρπαστική πλοκή.

Δείτε και τους παρακάτω συνδέσμους:
http://www.georgakopoulos.org/work/reviews/1q84/

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Απ’ τα θρύψαλα βγαλμένη

Ένα διήγημα σήμερα, για να θυμηθούμε τα «γεγονότα» του 55, τις επιθέσεις και τις λεηλασίες εναντίον των Ελλήνων της Πόλης, το Σεπτέμβριο του 1955.
Τα γεγονότα αυτά, θεωρούνται μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία του Ελληνισμού της Πόλης, ο οποίος από κει και πέρα άρχισε να φυλλορροεί κι έγιναν στο πλαίσιο ενός καλά  οργανωμένου προγράμματος απ’ τη μεριά της Τουρκικής Κυβέρνησης.
«Τι θέλετε και τα θυμάστε πια αυτά; Περασμένα, ξεχασμένα», μπορεί να πει κανείς.
Πιστεύω πως τα ιστορικά γεγονότα, πρέπει να τα θυμόμαστε, όχι  για να αναζωπυρώνουμε το μίσος, αλλά για να παίρνουμε μαθήματα απ’ αυτά και ν' αναλογιζόμαστε πού οδηγούν η εχθρότητα προς τον  "άλλο" και η βία. 
Είναι παρήγορο πως πολλοί, πλέον, στην Τουρκία  παραδέχονται και το ότι έγιναν και τους λόγους για τον οποίους έγιναν, ενώ η τουρκική τηλεόραση κάνει αφιερώματα. Ας ελπίσουμε ότι σε μερικά χρόνια δεν θα δούμε το παράδοξο, εκείνοι να τ’ αναγνωρίζουν κι εμείς να ισχυριζόμαστε πως δεν έγιναν.

Η επόμενη μέρα...


Ας επιστρέψουμε όμως, στο διήγημα. Αν έχετε διαβάσει τις Ποδηλάτισσες (Ωκεανίδα, 2004), θα αναγνωρίσετε τα πρόσωπα. Είναι γραμμένο στο ίδιο στυλ ημερολογίου και νομίζει κανείς πως είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα. Γράφτηκε όμως πολύ αργότερα και, φυσικά, δεν έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο. Δημοσιεύθηκε στην Κινστέρνα (Τεύχος Κ΄, Δεκέμβριος 2011), ένα περιοδικό Λόγου και Τέχνης, έκδοση της  Εταιρείας Μελέτης της Καθ’ υμάς Ανατολής ( ΕΤΜΕΛΑΝ ).


Απ’ τα θρύψαλα βγαλμένη

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,  Βόσπορος, 17 Σεπτεμβρίου 1955

Σήμερα ήταν η γιορτή της Σοφίας και ήρθαν φίλοι και γνωστοί κι όλα ήταν σαν όπως παλιά, ξεχάσαμε λίγο το φόβο μας. Αλλά το πιο σπουδαίο ήταν που ο Άγγελος έφερε μια ζωγραφιά για δώρο στη Σοφία. Θυμάσαι, τότε που έπεσε η Μαργαρίτα κι έκοψε το πόδι της στο βιρανέ (αλάνα), σε είχα γράψει ότι ο Άγγελος μάζευε χρωματιστά γυαλάκια, απ’ αυτά που σπάσανε οι Τούρκοι,  για να κάνει μια ζωγραφιά. Ε, την έκανε και η αλήθεια είναι  - κι ας μην τον χωνεύω - πως έγινε πολύ ωραία. Άλλο να στο λέω κι άλλο να τη βλέπεις.
Πήρε τα γυαλάκια απ’ τα σπασμένα σερβίτσια και τα χώρισε ανάλογα με το χρώμα τους και τα κόλλησε με το τουτκάλι (κόλα) πάνω σ’ ένα μεγάλο κομμάτι ντουραλίτ (υλικό σαν το κοντραπλακέ) και σχηματίστηκε μια ζωγραφιά, ο μπαμπάς είπε πως είναι σαν τα ψηφιδωτά που έχουνε στο Καριγιέ Τζαμί (Μονή της Χώρας), εκκλησία είναι αλλά την κάνανε τζαμί, όπως την Αγιά Σοφιά. Εμάς μας πήγανε με το σχολείο και τις είδαμε τις εικόνες εκείνες. Να μη λέει ότι θέλει ο μπαμπάς, ωραία είναι του Άγγελου, αλλά όχι που θα μας πει ότι είναι ίδια και με κείνες.
Κι όλοι πια θαυμάζανε τη ζωγραφιά κι ο ψηλομύτης καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Εγώ δεν πιστεύω πως την έκανε μόνος του, ο μπαμπάς του θα τον βοήθησε.
Άκουσε τώρα πώς ήτανε: με τα πράσινα γυαλάκια έκανε το χορτάρι, κι ανάμεσα σκόρπισε κομμάτια από λουλουδένια σερβίτσια κι έγινε σαν λιβάδι με λουλούδια και με τα μπλε, που είχανε και χρυσό απάνω τους, έκανε ένα σπιτάκι και με κόκκινα χοντρά γυαλάκια, σαν κεραμίδια,  έκανε τη στέγη του. Μετά, με τα μαβιά τη θάλασσα και με πιο ανοιχτά, θαλασσιά, έκανε τον ουρανό. Το πιο ωραίο, όμως, ήταν ο ήλιος. Τον έκανε με κομμάτια από έναν σπασμένο καθρέφτη κι όποιος κοίταζε τη ζωγραφιά έβλεπε το πρόσωπό του μέσα στον ήλιο, σαν να ήταν κι ο ίδιος μες στη ζωγραφιά. Πώς το σκέφτηκε, ο άτιμος!

Το πιο ωραίο, όμως, ήταν ο ήλιος.
Τον έκανε με κομμάτια από έναν σπασμένο καθρέφτη...

Σε μια στιγμή που πήρε η κυρία Βιβή τη ζωγραφιά έβαλε τις φωνές κλαίγοντας: «Ω, μον Ντιέ, αχ Άγγελε, αχ παιδί μου, αυτό, αυτό στη στέγη, είναι το κόκκινο βάζο μας, το Μουράνο, αυτό που φέραμε απ’ τη Βενετία. Θυμάσαι Αριστείδη;». Και τότε κοιτάζει προσεκτικά κι η μαμά του Λουκιανού και φωνάζει: «Αντρέα, να το κομμάτι απ’ το σερβίτσιο του τσαγιού που μας είχε φέρει στη χαρά μας η θεία μου η Φρόσω, η συχωρεμένη» και βάζει κι αυτή τα κλάματα. Και ξαναπέρασε η ζωγραφιά από χέρι σε χέρι κι όλοι προσπαθούσανε να γνωρίσουνε τα σπασμένα τους γυαλικά. Μόνο δικό μας δεν είχε τίποτα επάνω της η ζωγραφιά, αφού σ’ εμάς δεν μπήκανε στο σπίτι μας, μόνο ένα φλιτζανάκι του καφέ έσπασε από μια πέτρα που μας πετάξανε απ’ το παράθυρο. Κι όταν έφτασε η σειρά στον καθρέφτη, εκεί πια δεν μπορούσανε να βγάλουνε άκρη, γιατί θα μπορούσε νά’ ναι του καθενός.
Την πήρε κι η Μαργαρίτα, το σκατό, να τη δει, να μη χάσει, και κόντεψε να τη ρίξει, να σκορπιστούν ξανά τα γυαλάκια και μόλις τη γλιτώσανε τη ζωγραφιά απ’ τα χέρια της.
Η θεία Βιργινία, που παρακολουθούσε αμίλητη όλη αυτή την ώρα, είπε τότε:
«Να τι είμαστε εμείς οι Ρωμιοί! Απ’ τα σπασμένα, απ’ τα θρύψαλα δημιουργούμε ομορφιά και ξαναφτιάχνουμε τη ζωή μας. Συγχαρητήρια, Άγγελε, παιδί μου και τη ζωγραφιά σου έπρεπε να τη βάλουν σ’ ένα μουσείο της Ρωμιοσύνης να τη δείχνουνε.»
Τι ανοησίες λέει καμιά φορά η θεία. Αν ήτανε έτσι, να βάζουνε στα μουσεία ό,τι τύχει… Και πώς θα τη βάλουνε στο μουσείο, αφού ο Άγγελος την έφερε δώρο για τη Σοφία, τη ζωγραφιά. Γίνεται να της την πάρει πίσω;
Σ΄ αφήνω όμως τώρα γιατί η μαμά φωνάζει να κοιμηθώ.
Καληνύχτα                                  

Α , ξέχασα να σε πω το πιο σπουδαίο: σαν να μην έφταναν όλα τα μπράβο που πήρε ο φιάκατζης (ξιπασμένος), ο Άγγελος, η κυρία Κατίνα, η φίλη του μπαμπά, που είναι και ποιήτρια σκάρωσε κι ένα ποίημα για τη ζωγραφιά:
Απ’ τα θρύψαλα βγαλμένη
του Αγγέλου η ζωγραφιά
την ελπίδα ανασταίνει
στου Πολίτη την καρδιά.
Αλλά τι μπιτσίμ (τι λογιώ) ποιήτρια είναι η κυρία Κατίνα, αφού το «ζωγραφιά» δεν ταιριάζει με το «καρδιά», και μας κάνει και τη σπουδαία. Εγώ αν τό ‘γραφα έτσι θα το ’λεγα:
Απ’ τα θρύψαλα βγαλμένη
Η ωραία ζωγραφιά
Την ελπίδα ανασταίνει
Στων Ρωμιών τη συντροφιά.
Κι έτσι, δεν θα είχε και τ’ όνομα του Άγγελου, του αχώνευτου, το ποίημα.

Άντε, καληνύχτα.