Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Το κελάηδισμα των χρωμάτων

Σε περίοπτη θέση, στο σαλόνι του πατρικού μου σπιτιού, στην Ίμβρο, κρεμόταν ένας πίνακας Τούρκου ζωγράφου. Σε ανοικτό φόντο μεγάλες, μπλε επιφάνειες, λίγο κόκκινο, ελάχιστο πράσινο και πολλές μαύρες γραμμές που διασταυρώνονταν.
Δεν υπήρχε επισκέπτης, ο οποίος να μην προσέξει και να μη σχολιάσει τον πίνακα και όλοι προσπαθούσαν να βρουν τι μπορεί να απεικονίζει.
Άλλος έβλεπε μια γυναίκα, άλλος μια γλάστρα, κάποιος, πιο ευφάνταστος, έλεγε πως είναι διαδρομές στο νυχτερινό ουρανό και πάει λέγοντας.
Η οικογένεια Παλαιοπούλου ποζάρει μπροστά στον εν λόγω πίνακα
Θυμάμαι τον πατέρα μου, - ζωγράφος κι ο ίδιος - ο οποίος  είχε χρυσοπληρώσει τον πίνακα, να λέει πως δεν πρέπει να ψάχνουν τι δείχνει ο πίνακας, γιατί σημασία έχουν τα συναισθήματα, τα οποία προκαλεί στον καθένα που τον κοιτάζει.
Κάπως έτσι έγινε η επαφή μου μ’ αυτό που λέγεται «Αφηρημένη Τέχνη».


Πριν από λίγες μέρες θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου, όταν στάθηκα μπροστά σ’ έναν πίνακα, το έργο Simple Things της Μιλένας Δημητροκάλλη. Μια πανδαισία χρωμάτων, που μαγνήτισε το βλέμμα μου και μου προκάλεσε μια ευφορία. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί έγινε αυτό. Απλά, συνέβη.
 
Simple Things (100Χ100) - Μιλένα Δημητροκάλλη
Λένε ότι η αφηρημένη τέχνη, επειδή ακριβώς, δεν μπορεί ο καθένας να την «αποκρυπτογραφήσει» είναι για λίγους και δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό.
Έχω διαφορετική άποψη πάνω σ’ αυτό το θέμα, κι επειδή μου άρεσαν οι πίνακές της,  ζήτησα από τη Μιλένα Δημητροκάλλη να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις για τους φίλους του μπλογκ. Η ζωγράφος ανταποκρίθηκε, παρόλο που δεν είμαι του «χώρου» και δεν έχω ειδικές γνώσεις πάνω στο θέμα και την ευχαριστώ γι αυτό.
 
Μιλένα Δημητροκάλλη
1. Πότε αρχίσατε να ζωγραφίζετε και τι ήταν εκείνο που σας ώθησε στη ζωγραφική;
Η ζωγραφική ήταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου αρκετό καιρό πριν ασχοληθώ μ’ αυτήν. Της μίλαγα και μου μίλαγε… Πριν από δυόμισι όμως χρόνια, έχοντας περιορίσει τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, βρήκα, παρακολούθησα και ολοκλήρωσα πρόγραμμα εκμάθησης σχεδίου και ζωγραφικής κι απ’ το 2011 ζωγραφίζω καθημερινά.

2. Πού έχετε εκθέσει έργα σας;
Από το 2011 έχω συμμετάσχει σε πολλούς διαγωνισμούς και σε αρκετούς απ’ αυτούς έχω διακριθεί ως ανερχόμενη καλλιτέχνιδα. Επίσης έχω εκθέσει στην Αθήνα, Βαρκελώνη, Νέα Υόρκη και Μαϊάμι. Αυτή την περίοδο μέχρι τις 10 Αυγούστου, μπορείτε να δείτε έργα μου στην γκαλερί ART ZONE 42, σε μια ομαδική έκθεση με θέμα «Τροπική Γη». 

3. Ο κάθε πίνακάς σας είναι προϊόν προεργασίας και σχεδιασμού ή είναι κάτι που προκύπτει αυθόρμητα τη στιγμή της δημιουργίας;
Στη ζωγραφική είμαι παρορμητική! Τα έργα δημιουργούνται κατευθείαν πάνω στον καμβά, χωρίς κανένα προηγούμενο σχέδιο, κατευθυνόμενη από καθαρά διερευνητικές διαδικασίες. Ας πούμε, ότι η αφηρημένη ζωγραφική είναι ο δικός μου τρόπος ενδοσκόπησης και απόδοσης των ανθρώπινων συναισθημάτων μέσω χρωμάτων, σχημάτων και διαφορετικών τεχνικών.

4. Ο κριτικός αφηρημένης τέχνης Harold Rosenberg έχει πει, πως ο καμβάς, για τους καλλιτέχνες της τέχνης αυτής, είναι σαν μια αρένα, μέσα στην οποία δρουν. Τι είναι για σας ο καμβάς;
Ο καμβάς για μένα είναι η απόλυτη ελευθερία του νου μου. Όσο ζωγραφίζω, τόσο πιο πολύ τον ανακαλύπτω, τον αγαπώ και τον απελευθερώνω.

5. Πιστεύετε ότι η τέχνη που κάνετε είναι για τους λίγους, τους «μυημένους»;
Είναι για τους πιο τολμηρούς. Γι αυτούς που δέχονται ν’ αφήσουν τη σιγουριά τους και να κυνηγήσουν τις άγνωστες πτυχές του μυαλού τους. Και κατά προέκταση της ζωής. Γι αυτούς, ναι, σίγουρα είναι.

6. Τι θα λέγατε σ’ αυτούς που στέκονται μπροστά στα έργα σας και λένε: «Δεν καταλαβαίνω τι δείχνει» ;
Δεν θα έλεγα τίποτα. Δεν θα υπήρχε λόγος.

Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι να συνεχίσετε να ζωγραφίζετε με την ίδια τόλμη κι ευαισθησία και να έχετε πολλές επιτυχίες.
Κι εγώ σας ευχαριστώ.
 
Sunspots (50Χ70) - Μιλένα Δημητροκάλλη
Οι απαντήσεις της ζωγράφου ενισχύουν την άποψή μου, ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στον δημιουργό της αφηρημένης τέχνης και στον αποδέκτη της. Ούτε η τέχνη αυτή είναι για λίγους και «μυημένους». Αλλιώς, δεν θα μπορούσαν οι απλές γυναίκες στα χωριά να συνταιριάζουν τόσο όμορφα τα χρώματα στα κιλίμια και τις κουρελούδες.
Φαίνεται, ωστόσο, πως η στιγμή της δημιουργίας, εκεί που ο καλλιτέχνης αφού κάνει την ενδοσκόπησή του, ελευθερώνει τα συναισθήματά  του, είναι και η πιο σημαντική. Η ενέργεια της στιγμής αυτής μπορεί να διοχετευτεί σε μας μέσα από τα χρώματα, τα σχήματα και τις τεχνικές. 
Κάποιοι, όμως, είμαστε άτολμοι και διστακτικοί στο να αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο απέναντι σε κάτι νέο, σε κάτι ασυνήθιστο. Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε το στάδιο αυτό  και να γίνουμε, όπως λέει η ίδια, πιο τολμηροί, θα καταφέρουμε να γίνουμε δέκτες αυτής της ενέργειας. Τότε, τα χρώματα  πάνω στον καμβά ίσως μας προκαλέσουν κάτι παρόμοιο με την ευφορία που νιώθουμε όταν ακούμε τα πουλιά να κελαηδούν, χωρίς να  καταλαβαίνουμε τι λένε.
Μπορείτε να δείτε τα έργα της Μιλένας Δημητροκάλλη εδώ


Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Σκέψεις πτερόεσσες


Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές
” 
                                                         (Νίκος Γκάτσος)

Αλληγορία της Αθανασίας, Giulio Romano (1499 -1546)


Ακούγοντας την «Αθανασία» του Χατζιδάκι με τον όμορφο στίχο του Νίκου Γκάτσου, έκανα κάποιες σκέψεις.
 Όλοι λαχταρούμε να πιούμε το αθάνατο νερό, κανείς όμως δεν το έχει καταφέρει.
Ο στόχος των αλχημιστών να παρασκευάσουν το ελιξίριο της ζωής, αποδείχτηκε ανέφικτος και θάφτηκε μαζί με τ’ άλλο όνειρό τους, να μετατρέψουν σε χρυσό τα ταπεινά μέταλλα.  
Το μόνο που πετύχαμε είναι να παρασκευάσουμε ελιξίρια, τα οποία θεραπεύουν κάποιες ασθένειες και παρατείνουν τον χρόνο παραμονής μας στη ζωή.
Κι αυτό, γιατί ζούμε, σ’ έναν κόσμο, όπου η φθορά είναι αναπόφευκτη.
Δεν είναι, όμως, θαυμαστό, ότι παρά την φθορά τόσων αιώνων, τίποτα στην ουσία δεν χάνεται;
«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν» (Μανώλης Ρασούλης)
 Μια διαρκής ανακύκλωση. Αυτό είναι η Ζωή.
Από τη μια φθορά, κατάρρευση, αταξία, αποδόμηση, χάος.
 
Ουρανοξύστης, Rob Mullholand (2013)
Από την άλλη αναγέννηση, άνθηση. Άτομα, μόρια και κύτταρα συναρμόζονται με θαυμαστή τάξη και δομούν, παράγουν, δημιουργούν νέα ζωή.

Απομεινάρι, Rob Mullholand (2009)
Μιας μορφής αθανασία; 
Ναι, γιατί ως ύλη, τουλάχιστον, είμαστε αθάνατοι. Ως πνεύμα όμως;
Τι απομένει από το πνεύμα όταν το σώμα καταρρεύσει;
Που πηγαίνουν οι σκέψεις που παράγονται στο μυαλό μας;
Σε ποιο άγνωστο χάνονται οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι χαρές, οι αγωνίες μας, οι αγάπες μας;

Αν γράψεις τις σκέψεις και τα συναισθήματα σου τα απαθανατίζεις στο χαρτί. Ίσως γι αυτό γράφουμε ή παράγουμε έργα κάποιας άλλης μορφής.
Κοιτάζω, όμως, τα κεντήματα που έφτιαξε η μητέρα μου, και μόνον υποθέσεις μπορώ να κάνω για το τι σκεφτόταν, πώς ένιωθε τις ατέλειωτες ώρες που κεντούσε δίπλα στο παράθυρο, στο «καμαράκι» του σπιτιού της γιαγιάς μου, στο Ευλάμπιο.

Γυναίκα που κεντά σε πολυθρόνα , August Macke (1909)

Μέσα από τις ζωγραφιές που έφτιαξε ο πατέρας μου, μπορώ να δω ένα μικρό μόνο κομμάτι από τον ψυχικό του κόσμο.
Κι απ’ τον παππού, το μόνο που θυμάμαι είναι το χαστούκι που μου έδωσε όταν έχυσα το γάλα, που είχε μόλις αρμέξει. Δεν είναι άδικο για τον άνθρωπο αυτό;

Μπορείτε να φανταστείτε;
Πώς θα ήταν ο κόσμος μας σήμερα, αν οι μουσικοί δεν είχαν καταγράψει αυτές τις νότες που τους ήρθαν στο μυαλό;
Αν οι ζωγράφοι δεν έβαφαν τους καμβάδες με τα πινέλα τους για να δώσουν μορφή στις ιδέες τους;
Αν οι συγγραφείς κι οι ποιητές άφηναν τις λέξεις, τις φράσεις,  να σχηματίζονται μέσα στο κεφάλι τους μόνο;
Αν οι εφευρέτες δεν έπιαναν να υλοποιήσουν, αυτό που φαντάστηκαν;

Αναρωτιέστε μήπως;
Πόσες άλλες σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα, παράγονται στο κεφάλι εκατομμυρίων ανθρώπων και χάνονται, χωρίς ν’ αφήνουν το ίχνος τους πουθενά.
 
Σκέψεις που πετούν -  Kristina Benetyte

Σ’ ένα τροπάριο του  Μεγάλου Απόδειπνου, περιγράφεται η ημέρα της Κρίσεως. Θα μπαίνουν οι άνθρωποι, παρουσία των Αγγέλων, και θα ανοίγονται βιβλία όπου θα είναι καταγεγραμμένα όχι μόνον τα έργα, αλλά και οι σκέψεις του καθενός.  

«…των βίβλων ανεωγμένων
των έργων ερευνωμένων
των λογισμών εξεταζομένων
…»
 
Από την Ταπισερί της Αποκάλυψης - Jean Bondol (ζωγράφος) και Nicholas Βataille(υφαντής)  (1377)
Αν πιστεύουμε, λοιπόν, μπορούμε να ελπίζουμε – ή να φοβόμαστε – πως οι σκέψεις μας ταξιδεύουν, ίσως ως κάποια μορφή ενέργειας, προς μια χώρα του «πάντοτε» και καταγράφονται σε ουράνιες βίβλους.
Η ιδέα αυτή συμφωνεί με τον γενικό κανόνα της φύσης, όπου στην ουσία, τίποτα δεν χάνεται.
Εμένα, πάντως,  με τρομάζει η σκέψη πως οι λογισμοί μου – όλοι – κέρδισαν την αθανασία.
Ποιος από μας δεν έχει κάνει κακές, πονηρές ή απαίσιες σκέψεις, για τις οποίες θα προτιμούσαμε να ξέρουμε πως έχουν για πάντα χαθεί στο αχανές Σύμπαν;


Ξεκίνησα απ’ την ιδέα της αθανασίας και κατέληξα στο φόβο της Κρίσεως, αλλά συμβαίνουν αυτά όταν γράφεις «χωρίς πρόγραμμα». Ας επιστρέψω, όμως,  στην αθανασία:
«Αν θέλεις να σε θυμούνται», λέει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, (που είναι ένας τρόπος για να μείνεις αθάνατος) « ή γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι, για το οποίο αξίζει να γράψει κανείς».


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Ποια είναι η κόρη με το καμένο πρόσωπο;



Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο» του Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη (Κέδρος, 2012),  «να μια ευκαιρία», σκέφτηκα, «να μιλήσουμε για ποίηση», δηλώνοντας από την αρχή πως παραθέτω απλώς κάποιες σκέψεις μου, ως αναγνώστρια  - και μόνον - ποιημάτων.

Από το εξώφυλλο της συλλογής
Τοκάτα, (toccata) είναι ένας μουσικός όρος για μια σύνθεση σε ελεύθερο στιλ, η οποία στοχεύει να αναδείξει  την επιδεξιότητα αυτού που παίζει το όργανο. Θα έλεγα πως, ως μέρος του τίτλου της συλλογής του Ιωαννίδη, υποδηλώνει και την «επιδεξιότητα» του  ίδιου στο χειρισμό της γλώσσας και των συμβόλων, δύο από τα απαραίτητα στοιχεία για να γράψει κανείς ποίηση.
Δεν σας κρύβω ότι μόλις έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο το κοίταξα με επιφύλαξη. Κι αυτό γιατί πρόκειται για έναν τόμο 362 σελίδων.
Να όμως, σ’ ένα τυχαίο άνοιγμα (σελ. 25), έτσι όπως ξεφυλλίζουμε αδιάφορα ένα βιβλίο που δεν πρόκειται να διαβάσουμε, οι λέξεις με αιχμαλωτίζουν:

Αν έσκαψες με τα δάχτυλα βαθιά στην άμμο
ν’ ανάψεις ένα μικρό κερί
κείνη τη νύχτα που φύσαγε στην παραλία
Κι αν το σκέπασες με τα χέρια σου προσεκτικά
κι αν έσβησε
κείνη τη νύχτα που φύσαγε δεν έπρεπε να κλάψεις…»



Αυτό το μικρό κερί, σύμβολο της μοναχικής προσπάθειας, μοτίβο το οποίο επαναλαμβάνεται και παρακάτω, με άγγιξε. Έτσι άρχισα να διαβάζω κι ένοιωσα τα ποιήματα του Ιωαννίδη να με ανεβάζουν. 
Ο Γιώργος, όμως, ο οποίος πατά και με τα δυο του πόδια πάνω στη Γη, με ρώτησε:
 «Μα, καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο ποιητής;»

Ομολογώ πως δεν είμαι σίγουρη αν αυτό που κατάλαβα είναι το ίδιο μ’ αυτό που εννοεί ο ποιητής. 
Αλλά τι σημασία έχει; Από τη στιγμή που μ’ αρέσει να διαβάζω το ποίημα, δονεί κάποιες χορδές μέσα μου, μου δημιουργεί συναισθήματα, με συγκινεί, αποκτά ένα ιδιαίτερο νόημα για μένα, πειράζει αν μου διαφεύγει αυτό που εννοούσε ο ποιητής όταν το έγραφε; 


Από τη στιγμή που τα έβγαλε από μέσα του ο ποιητής και τα κοινοποίησε, τα ποιήματα ταξιδεύουν. Είναι τα πουλιά,  που τα κρατούσε φυλακισμένα και τα έτρεφε με την αμβροσία της ψυχής του, τα πότιζε με το αίμα της καρδιάς του και κάποια στιγμή άνοιξε το κλουβί και τ’ άφησε ελεύθερα. 


Από κει και πέρα δεν μπορεί να ελέγξει πώς και για ποιους θα τραγουδήσουν και ποιους θα συγκινήσουν τα τραγούδια τους. Κάθε αναγνώστης τα δέχεται και τα ερμηνεύει ανάλογα με τις δικές του καταβολές, το πολιτιστικό του υπόβαθρο, την συναισθηματική του κατάσταση και τις ανάγκες του.

Κάποτε η Κική Δημουλά  μιλώντας  σε μαθητές Λυκείου για την Ποίηση,  είπε
(το βρήκα στο Διαδίκτυο και το παραθέτω με κάθε επιφύλαξη, αν και μοιάζει για δικό της):

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό το δέντρο είναι το ποίημα


Ευλογημένοι αυτοί που μπορούν και φτιάχνουν ένα δέντρο μέσα στην έρημο. Τυχεροί όμως κι εμείς που βρίσκουμε το δέντρο, ξαποσταίνουμε στον ίσκιο του κι ακούμε το κελάδημα του πουλιού. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί αισθανόμαστε όμορφα.

Διαβάζοντας, για παράδειγμα, το «Κανόνας στο ύφος του Henry Purcell», όπου αναφέρεται για πρώτη φορά η «κόρη με το καμένο πρόσωπο» δεν ξέρεις τι να υποθέσεις. Η ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέουν τα ποιήματα σου αφήνει την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν έρωτα που χάθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Διαβάζοντας όμως  όλη τη συλλογή, καθώς και μια συνέντευξη του Ιωαννίδη στο Κ της Καθημερινής,  αρχίζεις να αμφιβάλλεις. Δεδομένου του «έρωτά» του για την πατρίδα μας και τις πολλές αναφορές του στην κατάντια της, υποψιάζεσαι πως μπορεί να πρόκειται για αλληγορία. Ίσως, η κόρη με το καμένο πρόσωπο να είναι η Ελλάδα.
Φυσικά υπάρχει η πιθανότητα να ισχύουν και τα δύο. Διαλέγετε και παίρνετε.

Και πότε θα λέγατε ότι ένα κείμενο είναι ποίημα; Μόνο όταν είναι γραμμένο με τη μορφή στίχων;
Τότε η μισή συλλογή δεν θα ήταν ποιητική, καθώς είναι γραμμένη σε πεζό λόγο. Άλλοτε μακροσκελή. Κι άλλοτε σύντομο: με τη μορφή αριθμημένων αποσπασμάτων, σαν σπαράγματα αρχαίων αγγείων, τα οποία καλείσαι ως άλλος αρχαιολόγος /συντηρητής να βάλεις στη θέση τους ή να τα συμπληρώσεις με τη φαντασία σου, ή να τ’ αφήσεις απλά να αιωρούνται, όπως τα έριξε ο ποιητής, ακούγοντας την εσωτερική μουσική τους.



Ακριβώς αυτή η μυστική μουσική, που «παίζει» κάτω από τις γραμμές και τις λέξεις, είναι που κάνει ένα κείμενο, έμμετρο ή πεζό, ποίημα.

Πρέπει, άραγε, ν’ ακούει κανείς τον απόηχο του λόγου άλλων ποιητών όταν διαβάζει ένα ποίημα; Όπως εδώ, (σελ. 30), για παράδειγμα, όπου ο Ιωαννίδης  ξεκάθαρα συνομιλεί με τον Ελύτη:

«Χαίρε η πρωτοστάτης του μαρασμού, η τροφός της πείνας
Χαίρε κεφάλαιο της πενίας, χαίρε κεφαλαίο του Τίποτα…»

Μα το έχει πει  ο Σεφέρης: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Κι ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να επικοινωνεί με τα λόγια των προγενέστερων, αλλά και των σύγχρονών του ποιητών.

Πολλοί φαντάζονται τους ποιητές αποκομμένους απ’ τον πραγματικό κόσμο, να ενδιαφέρονται για κάποιες άπιαστες πνευματικές σφαίρες ή κλεισμένοι στον εαυτό τους να νοιάζονται μόνο για τους δικούς τους καημούς.
Ναι, ο ποιητής πρέπει «να στηρίζει το ένα του πόδι έξω απ’ τη γη», το άλλο όμως πρέπει να πατά πάνω της και ν’ αντλεί απ’ τα γεγονότα και τους ανθρώπους γύρω του. Αλλιώς δεν θα μπορούσε ο Ιωαννίδης, ο οποίος είναι γιατρός - καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ και “ο πλέον τολμηρός διανοητής επιστήμονας για το 2010”, σύμφωνα με το περιοδικό Atlantic  να γράψει τον σπαραγμό του για την ανημποριά του επιστήμονα μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και το θάνατο: 


«και πάλι θα σε φωνάξουν στις τέσσερις το πρωί για να μπεις μέσα στο θάλαμο, να την κρατήσεις απ’ τους ώμους και να τη φωνάξεις με το όνομά της, έπειτα να δεις τις κόρες που δεν αντιδρούν στο φως, να βεβαιωθείς πως δεν έχει σφυγμό και με σχολαστικότητα ν’ ακουμπήσεις το στηθοσκόπιο στο θώρακα – σιωπή, όλα είναι εντάξει» (σελ.105)
  
την πίκρα του για την κατάντια της χώρας μας (σελ. 293), 

«…- ο τόπος μου
πεθαίνει ακαριαία εδώ κι αιώνες
το σάπιο βαθυσκάφος κατεβαίνει ξεδιάντροπα, μολύβι
προς το βυθό, αράγιστο
στις τόσες ατμόσφαιρες αλήθειας…»


θυμίζοντάς μου το παράπονο ενός άλλου ποιητή, συμπατριώτη μου, του Δημ. Παπακωνσταντίνου :
«Η Ελλάδα, δεν είναι να τη ζεις,
Να την ονειρεύεσαι, μόνο»

ή την οργή του απέναντι στο πανεπιστημιακό κατεστημένο (σελ. 294)…

«…γράφω σε μια γλώσσα που απέτυχα
να μιλήσω, να πείσω οποιονδήποτε, να δω κάτι
να μένει στα πρακτικά της συνέλευσης
πριν τα ροκανίσουν τα ποντίκια κι η ιστορία –
δε συμβιβάστηκα, έπεσα όρθιος, δε μετάνοιωσα…»


Ίσως  οι πολλές αναφορές του στο θέμα αυτό είναι και το μόνο σημείο, όπου βρίσκω μια υπερβολή - μια εμμονή, θα έλεγα-  αλλά, φαίνεται πως ο άνθρωπος έχει "κάψει" κι ο ίδιος το πρόσωπό του, όταν ήρθε σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και τα περίφημα ελληνικά πανεπιστήμια.


«…Ποιήματα φαίνεται γράφουν μόνον οι χαμένοι
Και ειδικά όσοι μπορούν τουλάχιστον να αναγνωριστούν
Μ’ αυτόν τον περιζήτητο τίτλο  
Απ’ την ομήγυρη

 διαβάζω στη σελ. 44. 

Μα είναι φανερό πως παρά την πικρία του, ο Ιωαννίδης δεν κατατάσσει τον εαυτό του στους «χαμένους», γιατί κανείς ποιητής δεν είναι ποτέ «χαμένος» και γιατί όσοι διαβάζουμε ποίηση μόνον κερδισμένοι μπορούμε να είμαστε, ασχέτως με το τι πιστεύει η «ομήγυρη».


Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ποια μάσκα να φορέσω;



«Από τη στιγμή που θα νιώσουμε τον εαυτό μας φοράμε μια μάσκα», λέει ο Βασίλης, ένας καρκινοπαθής, στο ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο». «Ποια μάσκα θα αρέσει στους γονείς, ποια μάσκα θα αρέσει στο δάσκαλο, στον προϊστάμενο, στη σύζυγο…».
Κι αναρωτιέται ο Βασίλης, ποιο είναι το αληθινό μας πρόσωπο.



Ξαναθυμήθηκα τα λόγια του τώρα, που μπήκε το Τριώδιο. Οι Απόκριες είναι μια περίοδος κατά την οποία μπορούμε να «απελευθερωθούμε» φορώντας μια μάσκα και να διασκεδάσουμε με τον μεταμφιεσμένο εαυτό μας, υποδυόμενοι κάποιο ρόλο.


Τι γίνεται, όμως, τον άλλο καιρό, τότε που υποτίθεται ότι δεν φοράμε προσωπείο; Αναλογίζομαι πόσες φορές στη ζωή μου αναγκάστηκα να φορέσω μια μάσκα και διαπιστώνω, όσο το σκέφτομαι, πως ο Βασίλης είχε δίκιο.
Το πρόβλημα είναι πως αλλάζοντας μουτσούνες για ν’ αρέσουμε στους άλλους, χάνουμε βαθμηδόν τον αληθινό μας εαυτό. Ανάμεσα στις πολλές μάσκες δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτήν, που είναι ένα με το πετσί μας.


Όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, νομίζουμε πως είμαστε αυτό που δείχνει η μάσκα που φοράμε. Κι είναι πολύ δύσκολο να σταθούμε, όπως ο Τελώνης, απέναντι στον πραγματικό εαυτό μας, να τον αναγνωρίσουμε, να τον αντιμετωπίσουμε, να τον παραδεχτούμε και να τον παρουσιάσουμε στους άλλους.

Καλές Απόκριες!   

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Υπάρχουν άγγελοι;


«Δεν υπάρχουν άγγελοι, σου λέω», άκουσα προχτές την Κατερίνα Κούκα να μας βεβαιώνει στο γνωστό τραγούδι.



Η χριστιανική θρησκεία  - όπως κι άλλες θρησκείες  - παραδέχεται την ύπαρξη των αγγέλων κι έτσι μπαίνουμε σε ένα θεολογικό ζήτημα το οποίο μας πάει ακόμα παραπέρα.
Γιατί αν υπάρχουν, δημιουργούνται διάφορα άλλα ερωτήματα περί της φύσεως και του φύλου των αγγέλων – με το τελευταίο καταπιάνεται κι ο Αρκάς σ’ ένα άλμπουμ του.



Όπως διάβασα εδώ, οι άγγελοι, είναι «φύσεις νοερές, αεικίνητες, αυτεξούσιες, ασώματες», οι οποίες έχουν ως έργο τους να δοξολογούν τον Θεό, να υπηρετούν τη Θεία Οικονομία και να σώζουν τους ανθρώπους, 



Στις γιορτές που μας πέρασαν είχα την ευκαιρία να πάρω απάντηση στο μεγάλο αυτό μεταφυσικό ερώτημα. Έλυσα μάλιστα και το πρόβλημα περί του φύλου των αγγέλων. Και να πώς:

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ο Γιώργος, ο οποίος παλεύει αρκετά χρόνια τώρα με τον καρκίνο, έπαθε ένα αυτόματο κάταγμα κι αναγκαστήκαμε να περάσουμε τις γιορτές και πολλές άλλες μέρες στο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε.
Εκεί, λοιπόν, είχαμε την εμπειρία να έλθουμε σε επαφή με ένα σωρό αγγέλους.

Μόλις φτάσαμε μας τριγύρισαν γυναικείες αγγελικές φιγούρες, οι οποίες με χαμόγελα και γλυκές κουβέντες φρόντιζαν για τις ανάγκες του ασθενούς. Ένας αρσενικού γένους Αρχάγγελος με ένα επιτελείο αγγέλων ανέλαβε την αποκατάσταση τη βλάβης.


Άλλοι άγγελοι περνούσαν κάθε μέρα και μας βοηθούσαν σε οτιδήποτε είχαμε ανάγκη. Αυτοί,- και των δύο φύλων - μας έκαναν παρέα και μας έφερναν φαγητό. Αρκεί να σας πω ότι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς φάγαμε χοιρινό με δαμάσκηνα, ανοίξαμε σαμπάνια και κόψαμε βασιλόπιτα.
Άλλοι άγγελοι έκαναν συντροφιά στο Γιώργο για να με ξεκουράσουν.
Άγγελοι προσφέρθηκαν να μας πληρώσουν λογαριασμούς, να μας φέρουν ψώνια απ’ το σούπερ μάρκετ κι άλλοι  - σ’ αυτή την εποχή της κρίσης! - να μας δανείσουν χρήματα.
Άγγελοι πήραν μέτρα στα σκαλιά μας κι ανέλαβαν να μας φτιάξουν ράμπα, έφτιαξαν μια κατασκευή για να μπορεί ο Γιώργος να πιάνεται από αυτήν και να ανασηκώνεται στο κρεβάτι, ενώ άλλοι ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν υποθέσεις μας σε υπηρεσίες.
Μετά από την εμπειρία αυτή να μην τολμήσει κανείς να μου αμφισβητήσει την ύπαρξη των αγγέλων. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν. Μάλιστα, δεν είναι και τόσο άϋλες παρουσίες. Έχουν σάρκα και οστά. όσο για το φύλο τους, είναι βέβαιο πως υπάρχουν τόσο αρσενικοί όσο και θηλυκοί άγγελοι.

Όλη αυτή τη μεταφυσική εμπειρία τη ζήσαμε στο Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς «Οι Άγιοι Ανάργυροι».Κι επειδή οι άγγελοι έχουν και ονοματεπώνυμο, να εξηγήσω ότι  Αρχάγγελος ήταν ο Ν. Δεμερτζής, Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής με το επιτελείο του. Γυναίκες άγγελοι οι νοσηλεύτριες της κλινικής  -υπήρχε κι ένας άντρας μεταξύ τους. Οι υπόλοιποι άγγελοι ήταν οι πολυάριθμοι φίλοι  - και συγγενείς - που δεν έλειψαν από κοντά μας και βοήθησαν – ο καθένας με τον τρόπο του – να ξεπεράσουμε τις δύσκολες αυτές ώρες.

Η περιπέτεια αυτή με βοήθησε να καταλάβω, πως όσο υπάρχουν ακόμη υγιή κύτταρα σ’ αυτή τη χώρα, δεν πρόκειται να χαθεί. Όσο οι δεσμοί μας μένουν δυνατοί κι η αλληλεγγύη κρατιέται ζωντανή, όσο υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν με γενναιοδωρία στον συνάνθρωπο ό, τι μπορούν να προσφέρουν, έχουμε ελπίδες.
Υπάρχουν άγγελοι, λοιπόν, να ευχόμαστε μόνο - και να φροντίζουμε - να μη χαθούν ποτέ απ’ τη ζωή μας. 

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Για την Πόλη, που αλλάζει...


Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για την Πόλη!

 «Παρακολούθησα τα έργα που ξεκοίλιασαν την πόλη... ...Το 1958... ...είδα μηχανές πελώριες, μηχανοκίνητους δεινόσαυρους να γκρεμίζουν τα σπίτια το ένα μετά το άλλο. Εκείνη την εποχή φωτογράφιζα μέρα νύχτα την πόλη που είχαν βαλθεί να καταστρέψουν», λέει ο φωτογράφος  Ara Güler  στον συγγραφέα Daniel Rondeau,  περιγράφοντάς του πώς καταστράφηκε η Κωνσταντινούπολη, στην προσπάθεια να ανοικοδομηθεί (Από το βιβλίο «Η Πόλη», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008) . 

Και πριν από λίγες μέρες τα ελληνικά μπλογκ πήραν φωτιά από μια είδηση, η οποία αναφέρει πως γκρεμίζεται ό,τι θυμίζει Ελλάδα στην Κωνσταντινούπολη:
 «Με το πρόσχημα του εξωραϊσμού και της αναβάθμισης κατεδαφίζονται και τα τελευταία ελληνικά κτίσματα στην Πόλη, με απόφαση «κατεπείγουσας απαλλοτρίωσης».
 
Ίσως τα πράγματα να μην είναι έτσι ακριβώς, αλλά είναι σίγουρο πως η καταστροφή, αυτή που περιγράφει ο  Ara Güler, συνεχίζεται ακόμη μέχρι τις μέρες μας. Κι αυτή η αλλοίωση της ιστορικής φυσιογνωμίας της Πόλης, απασχολεί και τον Ahmet Ümit, συγγραφέα του βιβλίου «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης» (Πατάκης, 2012) .




Αυτήν, όμως, την αγωνία του μας την περνά με μεγάλη τέχνη μέσα από μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία. Μια σειρά φόνων, οι οποίοι φαίνεται να έχουν σχέση με το ιστορικό παρελθόν της Πόλης, αφού καθένα από τα θύματα τοποθετείται σε κάποιο ιστορικό μνημείο με ένα νόμισμα της αντίστοιχης χρονικής περιόδου στα χέρια του, είναι το αστυνομικό αίνιγμα που μας συναρπάζει. 



Με όχημα το αίνιγμα αυτό, όμως, ο Ahmet Ümit μας παρουσιάζει με αριστοτεχνικό τρόπο πώς καταστρέφεται η Κωνσταντινούπολη στο βωμό του κέρδους και στο όνομα της κακώς εννοούμενης ανάπτυξης, θυμίζοντάς μας καταστάσεις που τις ζήσαμε και τις ζούμε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Μέσα σ’ αυτή την πόλη, λοιπόν, που μεταβάλλεται ραγδαία, ο έρωτας, η φιλία, η απληστία, η απώλεια, σημαδεύουν τους ανθρώπους και τους αλλάζουν κι αυτούς, τους μεταμορφώνουν.

Κι ενώ η «κατάλευκη ομίχλη σκεπάζει ό,τι άσχημο υπήρχε» στη σύγχρονη Πόλη, ο αστυνόμος Νεβζάτ καλείται να ανασηκώσει το πέπλο που θα του αποκαλύψει  ό, τι πιο σκοτεινό κρύβεται πίσω από τους φόνους.



Ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη ανάσα τις ανατροπές, ενώ ταυτόχρονα ιχνηλατεί το παρελθόν της μοναδικής αυτής πόλης, από την εποχή του Βύζαντα μέχρι τη σημερινή εποχή.
Πρόκειται σίγουρα για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Διαβάστε το αξίζει! Κι όποιος υποψιαστεί τον δολοφόνο προτού το επιτρέψει ο συγγραφέας, να μου γράψει.

Το βιβλίο το διάβασα πρώτα στα Τουρκικά. Πιστεύω, όμως, πως ευτύχησε και στην ελληνική του μετάφραση από τον Θάνο Ζαράγκαλη.

Α, ναι! Στην δημιουργία της ατμόσφαιρας συμβάλλει κι η υπέροχη φωνή της Müzeyyen Senar, η οποία μας «συνοδεύει» στην ανάγνωση.
Αν κι έψαξα πολύ, δεν βρήκα τραγουδισμένο απ’ την ίδια,  το “Dönülmez akşamın ufkundayız”, ένα τραγούδι με πολύ ωραίους στίχους, το οποίο «ακούγεται» και στο βιβλίο,  κι έτσι διάλεξα ένα άλλο για ν’ ακούσετε τη φωνή της.



Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Όταν σάπισαν τα σκόρδα


Μόλις διάβασα το μυθιστόρημα του φετινού νομπελίστα Μο Γιαν, «Οι μπαλάντες του σκόρδου» (Εκδόσεις Καστανιώτης).

Δεν μπορεί κανείς να κρίνει από ένα και μόνο έργο έναν συγγραφέα, αυτό που διάβασα πάντως, μου έκανε εντύπωση. Όταν έκλεισα το βιβλίο ένοιωθα τα ρουθούνια μου γεμάτα από τη δυσωδία του σάπιου σκόρδου. Γιατί το σκόρδο παίζει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στο μυθιστόρημα και κάθε σελίδα του Μο Γιαν είναι διαποτισμένη με τη μυρωδιά του. 



Αχνιστές σκορδόσουπες και ζωμός σκόρδου στα σπίτια, σκορδίλα στα φιλιά των ερωτευμένων, οσμή από ξεραμένους καυλούς σκόρδου στις αυλές, χνώτα που ζέχνουν σκόρδο στο κελί της φυλακής και, πάνω απ’ όλα, η αποφορά των σαπισμένων σκόρδων, η οποία καλύπτει σαν σύννεφο την κινεζική επαρχία, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα. Αυτή την επαρχία της οποίας τη φύση  ο Μο Γιαν περιγράφει με ειδυλλιακές  εικόνες. Ποιητικά. Με αγάπη για τη χώρα του.



Η ποίηση όμως της φύσης έρχεται σε αντίθεση με τη δύσκολη ζωή των χωρικών που καταγράφει με τρομακτικό ρεαλισμό ο Κινέζος συγγραφέας. Χωρικοί, οι οποίοι έγιναν καλλιεργητές σκόρδου μετά από προτροπή – ίσως και διαταγή - της Κυβέρνησης, και μια χρονιά υπερπαραγωγής βλέπουν τα σκόρδα τους, από την πώληση των οποίων εξαρτάται πια η επιβίωσή τους,  να μένουν απούλητα και να σαπίζουν. Χωρικοί, οι οποίοι ξέφυγαν από την καταπίεση των αρχόντων και των γαιοκτημόνων για να πέσουν στην εκμετάλλευση των αξιωματούχων του Κόμματος και της Κυβέρνησης.



Καθώς λοιπόν, τεράστιες ποσότητες σκόρδου αρχίζουν να σαπίζουν, η δυσωδία τους καλύπτει σαν βαρύ σύννεφο όλη την επαρχία, ακριβώς όπως η δυσοσμία από την διαφθορά των αξιωματούχων μπαίνει σ’ όλα τα σπίτια και δηλητηριάζει τη ζωή των χωρικών, ακριβώς όπως η αποφορά της απελπισίας κόβει την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

 «Είσαι νέος ακόμα», είπε ο τέταρτος θείος. «Για σένα δεν έχει στερέψει ακόμα η ελπίδα».
«Η ελπίδα για ποιο πράγμα; Στα τριάντα είσαι μεσήλικας, στα πενήντα σε φυτεύουν στη γη. Είμαι σαράντα ενός, ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον πρωτογέννητό σου. Το χώμα μου φτάνει ήδη ως τις μασχάλες».

Η ρεαλιστική, άγρια περιγραφή του Μο Γιαν, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την αξεπέραστη ομορφιά των εικόνων της κινεζικής φύσης, τονίζει τη βασανισμένη ζωή των αγροτών οι οποίοι κάθε άλλο παρά ως άγιοι εμφανίζονται, καθώς, όπως όλοι οι άνθρωποι ερωτεύονται, προδίδουν, απελπίζονται, μισούν, ονειρεύονται, επαναστατούν, συμβιβάζονται, γεννούν και πεθαίνουν…

Μια ιστορία για μια μακρινή κι άγνωστη μας χώρα, αλλά και


μια ιστορία για οικεία σε όλους μας πάθη, λύπες, αγώνες και λίγες, ελάχιστες χαρές.