Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ποια μάσκα να φορέσω;



«Από τη στιγμή που θα νιώσουμε τον εαυτό μας φοράμε μια μάσκα», λέει ο Βασίλης, ένας καρκινοπαθής, στο ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο». «Ποια μάσκα θα αρέσει στους γονείς, ποια μάσκα θα αρέσει στο δάσκαλο, στον προϊστάμενο, στη σύζυγο…».
Κι αναρωτιέται ο Βασίλης, ποιο είναι το αληθινό μας πρόσωπο.



Ξαναθυμήθηκα τα λόγια του τώρα, που μπήκε το Τριώδιο. Οι Απόκριες είναι μια περίοδος κατά την οποία μπορούμε να «απελευθερωθούμε» φορώντας μια μάσκα και να διασκεδάσουμε με τον μεταμφιεσμένο εαυτό μας, υποδυόμενοι κάποιο ρόλο.


Τι γίνεται, όμως, τον άλλο καιρό, τότε που υποτίθεται ότι δεν φοράμε προσωπείο; Αναλογίζομαι πόσες φορές στη ζωή μου αναγκάστηκα να φορέσω μια μάσκα και διαπιστώνω, όσο το σκέφτομαι, πως ο Βασίλης είχε δίκιο.
Το πρόβλημα είναι πως αλλάζοντας μουτσούνες για ν’ αρέσουμε στους άλλους, χάνουμε βαθμηδόν τον αληθινό μας εαυτό. Ανάμεσα στις πολλές μάσκες δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτήν, που είναι ένα με το πετσί μας.


Όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, νομίζουμε πως είμαστε αυτό που δείχνει η μάσκα που φοράμε. Κι είναι πολύ δύσκολο να σταθούμε, όπως ο Τελώνης, απέναντι στον πραγματικό εαυτό μας, να τον αναγνωρίσουμε, να τον αντιμετωπίσουμε, να τον παραδεχτούμε και να τον παρουσιάσουμε στους άλλους.

Καλές Απόκριες!   

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Υπάρχουν άγγελοι;


«Δεν υπάρχουν άγγελοι, σου λέω», άκουσα προχτές την Κατερίνα Κούκα να μας βεβαιώνει στο γνωστό τραγούδι.



Η χριστιανική θρησκεία  - όπως κι άλλες θρησκείες  - παραδέχεται την ύπαρξη των αγγέλων κι έτσι μπαίνουμε σε ένα θεολογικό ζήτημα το οποίο μας πάει ακόμα παραπέρα.
Γιατί αν υπάρχουν, δημιουργούνται διάφορα άλλα ερωτήματα περί της φύσεως και του φύλου των αγγέλων – με το τελευταίο καταπιάνεται κι ο Αρκάς σ’ ένα άλμπουμ του.



Όπως διάβασα εδώ, οι άγγελοι, είναι «φύσεις νοερές, αεικίνητες, αυτεξούσιες, ασώματες», οι οποίες έχουν ως έργο τους να δοξολογούν τον Θεό, να υπηρετούν τη Θεία Οικονομία και να σώζουν τους ανθρώπους, 



Στις γιορτές που μας πέρασαν είχα την ευκαιρία να πάρω απάντηση στο μεγάλο αυτό μεταφυσικό ερώτημα. Έλυσα μάλιστα και το πρόβλημα περί του φύλου των αγγέλων. Και να πώς:

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ο Γιώργος, ο οποίος παλεύει αρκετά χρόνια τώρα με τον καρκίνο, έπαθε ένα αυτόματο κάταγμα κι αναγκαστήκαμε να περάσουμε τις γιορτές και πολλές άλλες μέρες στο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε.
Εκεί, λοιπόν, είχαμε την εμπειρία να έλθουμε σε επαφή με ένα σωρό αγγέλους.

Μόλις φτάσαμε μας τριγύρισαν γυναικείες αγγελικές φιγούρες, οι οποίες με χαμόγελα και γλυκές κουβέντες φρόντιζαν για τις ανάγκες του ασθενούς. Ένας αρσενικού γένους Αρχάγγελος με ένα επιτελείο αγγέλων ανέλαβε την αποκατάσταση τη βλάβης.


Άλλοι άγγελοι περνούσαν κάθε μέρα και μας βοηθούσαν σε οτιδήποτε είχαμε ανάγκη. Αυτοί,- και των δύο φύλων - μας έκαναν παρέα και μας έφερναν φαγητό. Αρκεί να σας πω ότι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς φάγαμε χοιρινό με δαμάσκηνα, ανοίξαμε σαμπάνια και κόψαμε βασιλόπιτα.
Άλλοι άγγελοι έκαναν συντροφιά στο Γιώργο για να με ξεκουράσουν.
Άγγελοι προσφέρθηκαν να μας πληρώσουν λογαριασμούς, να μας φέρουν ψώνια απ’ το σούπερ μάρκετ κι άλλοι  - σ’ αυτή την εποχή της κρίσης! - να μας δανείσουν χρήματα.
Άγγελοι πήραν μέτρα στα σκαλιά μας κι ανέλαβαν να μας φτιάξουν ράμπα, έφτιαξαν μια κατασκευή για να μπορεί ο Γιώργος να πιάνεται από αυτήν και να ανασηκώνεται στο κρεβάτι, ενώ άλλοι ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν υποθέσεις μας σε υπηρεσίες.
Μετά από την εμπειρία αυτή να μην τολμήσει κανείς να μου αμφισβητήσει την ύπαρξη των αγγέλων. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν. Μάλιστα, δεν είναι και τόσο άϋλες παρουσίες. Έχουν σάρκα και οστά. όσο για το φύλο τους, είναι βέβαιο πως υπάρχουν τόσο αρσενικοί όσο και θηλυκοί άγγελοι.

Όλη αυτή τη μεταφυσική εμπειρία τη ζήσαμε στο Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς «Οι Άγιοι Ανάργυροι».Κι επειδή οι άγγελοι έχουν και ονοματεπώνυμο, να εξηγήσω ότι  Αρχάγγελος ήταν ο Ν. Δεμερτζής, Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής με το επιτελείο του. Γυναίκες άγγελοι οι νοσηλεύτριες της κλινικής  -υπήρχε κι ένας άντρας μεταξύ τους. Οι υπόλοιποι άγγελοι ήταν οι πολυάριθμοι φίλοι  - και συγγενείς - που δεν έλειψαν από κοντά μας και βοήθησαν – ο καθένας με τον τρόπο του – να ξεπεράσουμε τις δύσκολες αυτές ώρες.

Η περιπέτεια αυτή με βοήθησε να καταλάβω, πως όσο υπάρχουν ακόμη υγιή κύτταρα σ’ αυτή τη χώρα, δεν πρόκειται να χαθεί. Όσο οι δεσμοί μας μένουν δυνατοί κι η αλληλεγγύη κρατιέται ζωντανή, όσο υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν με γενναιοδωρία στον συνάνθρωπο ό, τι μπορούν να προσφέρουν, έχουμε ελπίδες.
Υπάρχουν άγγελοι, λοιπόν, να ευχόμαστε μόνο - και να φροντίζουμε - να μη χαθούν ποτέ απ’ τη ζωή μας. 

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Για την Πόλη, που αλλάζει...


Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για την Πόλη!

 «Παρακολούθησα τα έργα που ξεκοίλιασαν την πόλη... ...Το 1958... ...είδα μηχανές πελώριες, μηχανοκίνητους δεινόσαυρους να γκρεμίζουν τα σπίτια το ένα μετά το άλλο. Εκείνη την εποχή φωτογράφιζα μέρα νύχτα την πόλη που είχαν βαλθεί να καταστρέψουν», λέει ο φωτογράφος  Ara Güler  στον συγγραφέα Daniel Rondeau,  περιγράφοντάς του πώς καταστράφηκε η Κωνσταντινούπολη, στην προσπάθεια να ανοικοδομηθεί (Από το βιβλίο «Η Πόλη», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008) . 

Και πριν από λίγες μέρες τα ελληνικά μπλογκ πήραν φωτιά από μια είδηση, η οποία αναφέρει πως γκρεμίζεται ό,τι θυμίζει Ελλάδα στην Κωνσταντινούπολη:
 «Με το πρόσχημα του εξωραϊσμού και της αναβάθμισης κατεδαφίζονται και τα τελευταία ελληνικά κτίσματα στην Πόλη, με απόφαση «κατεπείγουσας απαλλοτρίωσης».
 
Ίσως τα πράγματα να μην είναι έτσι ακριβώς, αλλά είναι σίγουρο πως η καταστροφή, αυτή που περιγράφει ο  Ara Güler, συνεχίζεται ακόμη μέχρι τις μέρες μας. Κι αυτή η αλλοίωση της ιστορικής φυσιογνωμίας της Πόλης, απασχολεί και τον Ahmet Ümit, συγγραφέα του βιβλίου «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης» (Πατάκης, 2012) .




Αυτήν, όμως, την αγωνία του μας την περνά με μεγάλη τέχνη μέσα από μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία. Μια σειρά φόνων, οι οποίοι φαίνεται να έχουν σχέση με το ιστορικό παρελθόν της Πόλης, αφού καθένα από τα θύματα τοποθετείται σε κάποιο ιστορικό μνημείο με ένα νόμισμα της αντίστοιχης χρονικής περιόδου στα χέρια του, είναι το αστυνομικό αίνιγμα που μας συναρπάζει. 



Με όχημα το αίνιγμα αυτό, όμως, ο Ahmet Ümit μας παρουσιάζει με αριστοτεχνικό τρόπο πώς καταστρέφεται η Κωνσταντινούπολη στο βωμό του κέρδους και στο όνομα της κακώς εννοούμενης ανάπτυξης, θυμίζοντάς μας καταστάσεις που τις ζήσαμε και τις ζούμε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Μέσα σ’ αυτή την πόλη, λοιπόν, που μεταβάλλεται ραγδαία, ο έρωτας, η φιλία, η απληστία, η απώλεια, σημαδεύουν τους ανθρώπους και τους αλλάζουν κι αυτούς, τους μεταμορφώνουν.

Κι ενώ η «κατάλευκη ομίχλη σκεπάζει ό,τι άσχημο υπήρχε» στη σύγχρονη Πόλη, ο αστυνόμος Νεβζάτ καλείται να ανασηκώσει το πέπλο που θα του αποκαλύψει  ό, τι πιο σκοτεινό κρύβεται πίσω από τους φόνους.



Ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη ανάσα τις ανατροπές, ενώ ταυτόχρονα ιχνηλατεί το παρελθόν της μοναδικής αυτής πόλης, από την εποχή του Βύζαντα μέχρι τη σημερινή εποχή.
Πρόκειται σίγουρα για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Διαβάστε το αξίζει! Κι όποιος υποψιαστεί τον δολοφόνο προτού το επιτρέψει ο συγγραφέας, να μου γράψει.

Το βιβλίο το διάβασα πρώτα στα Τουρκικά. Πιστεύω, όμως, πως ευτύχησε και στην ελληνική του μετάφραση από τον Θάνο Ζαράγκαλη.

Α, ναι! Στην δημιουργία της ατμόσφαιρας συμβάλλει κι η υπέροχη φωνή της Müzeyyen Senar, η οποία μας «συνοδεύει» στην ανάγνωση.
Αν κι έψαξα πολύ, δεν βρήκα τραγουδισμένο απ’ την ίδια,  το “Dönülmez akşamın ufkundayız”, ένα τραγούδι με πολύ ωραίους στίχους, το οποίο «ακούγεται» και στο βιβλίο,  κι έτσι διάλεξα ένα άλλο για ν’ ακούσετε τη φωνή της.



Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Όταν σάπισαν τα σκόρδα


Μόλις διάβασα το μυθιστόρημα του φετινού νομπελίστα Μο Γιαν, «Οι μπαλάντες του σκόρδου» (Εκδόσεις Καστανιώτης).

Δεν μπορεί κανείς να κρίνει από ένα και μόνο έργο έναν συγγραφέα, αυτό που διάβασα πάντως, μου έκανε εντύπωση. Όταν έκλεισα το βιβλίο ένοιωθα τα ρουθούνια μου γεμάτα από τη δυσωδία του σάπιου σκόρδου. Γιατί το σκόρδο παίζει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στο μυθιστόρημα και κάθε σελίδα του Μο Γιαν είναι διαποτισμένη με τη μυρωδιά του. 



Αχνιστές σκορδόσουπες και ζωμός σκόρδου στα σπίτια, σκορδίλα στα φιλιά των ερωτευμένων, οσμή από ξεραμένους καυλούς σκόρδου στις αυλές, χνώτα που ζέχνουν σκόρδο στο κελί της φυλακής και, πάνω απ’ όλα, η αποφορά των σαπισμένων σκόρδων, η οποία καλύπτει σαν σύννεφο την κινεζική επαρχία, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα. Αυτή την επαρχία της οποίας τη φύση  ο Μο Γιαν περιγράφει με ειδυλλιακές  εικόνες. Ποιητικά. Με αγάπη για τη χώρα του.



Η ποίηση όμως της φύσης έρχεται σε αντίθεση με τη δύσκολη ζωή των χωρικών που καταγράφει με τρομακτικό ρεαλισμό ο Κινέζος συγγραφέας. Χωρικοί, οι οποίοι έγιναν καλλιεργητές σκόρδου μετά από προτροπή – ίσως και διαταγή - της Κυβέρνησης, και μια χρονιά υπερπαραγωγής βλέπουν τα σκόρδα τους, από την πώληση των οποίων εξαρτάται πια η επιβίωσή τους,  να μένουν απούλητα και να σαπίζουν. Χωρικοί, οι οποίοι ξέφυγαν από την καταπίεση των αρχόντων και των γαιοκτημόνων για να πέσουν στην εκμετάλλευση των αξιωματούχων του Κόμματος και της Κυβέρνησης.



Καθώς λοιπόν, τεράστιες ποσότητες σκόρδου αρχίζουν να σαπίζουν, η δυσωδία τους καλύπτει σαν βαρύ σύννεφο όλη την επαρχία, ακριβώς όπως η δυσοσμία από την διαφθορά των αξιωματούχων μπαίνει σ’ όλα τα σπίτια και δηλητηριάζει τη ζωή των χωρικών, ακριβώς όπως η αποφορά της απελπισίας κόβει την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

 «Είσαι νέος ακόμα», είπε ο τέταρτος θείος. «Για σένα δεν έχει στερέψει ακόμα η ελπίδα».
«Η ελπίδα για ποιο πράγμα; Στα τριάντα είσαι μεσήλικας, στα πενήντα σε φυτεύουν στη γη. Είμαι σαράντα ενός, ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον πρωτογέννητό σου. Το χώμα μου φτάνει ήδη ως τις μασχάλες».

Η ρεαλιστική, άγρια περιγραφή του Μο Γιαν, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την αξεπέραστη ομορφιά των εικόνων της κινεζικής φύσης, τονίζει τη βασανισμένη ζωή των αγροτών οι οποίοι κάθε άλλο παρά ως άγιοι εμφανίζονται, καθώς, όπως όλοι οι άνθρωποι ερωτεύονται, προδίδουν, απελπίζονται, μισούν, ονειρεύονται, επαναστατούν, συμβιβάζονται, γεννούν και πεθαίνουν…

Μια ιστορία για μια μακρινή κι άγνωστη μας χώρα, αλλά και


μια ιστορία για οικεία σε όλους μας πάθη, λύπες, αγώνες και λίγες, ελάχιστες χαρές.



Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Δάσκαλοι ακροβάτες


Κάθε Σεπτέμβρη, από τότε που πήρα σύνταξη, με κυριεύει μια νοσταλγία για το σχολείο. Και θυμάμαι διάφορα περιστατικά, ευχάριστα τα περισσότερα. Αν υπάρχουν κάποια δυσάρεστα είναι κυρίως από τους πρώτους μήνες μες την τάξη.
Τότε που δεν ήξερα πώς να διδάξω.
Μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω πως έπρεπε να σκέπτομαι από πριν τον τρόπο που θα σχεδιάσω και το παραμικρό πάνω στον πίνακα έτσι ώστε να γίνεται κατανοητό απ’ τα παιδιά, να προετοιμάζω κάθε βήμα της διδασκαλίας, κάθε ερώτηση που θα κάνω, με κάθε λεπτομέρεια. Μόνη μου κατάλαβα πώς έπρεπε να απλώνω τη διδασκαλία και να καλύπτω το χρόνο υπολογίζοντας το σαρανταπεντάλεπτο που είχα στη διάθεσή μου κι αυτό θα μπορούσα να το πετύχω, πάλι, μόνο με προσεκτική προετοιμασία.
Ευτυχώς τώρα γίνονται σεμινάρια για τους νεοδιόριστους και μαθαίνουν αυτά τα στοιχειώδη.


Μακάρι, βέβαια, το θέμα να τελείωνε με την προετοιμασία. Το επάγγελμα  όμως του εκπαιδευτικού έχει ιδιαιτερότητες, γιατί ασχολείται με τον άνθρωπο, και μάλιστα το παιδί!
Τι συμβαίνει όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τριάντα ζευγάρια μάτια, τα οποία σε ακτινογραφούν και βλέπουν όλα όσα προσπαθείς επιμελώς να κρύψεις; Πώς επικοινωνείς με το «κοινό» αυτό; Τι είδους σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα σε σένα και το καθένα από τα τριάντα αυτά παιδιά;
Θα είσαι αυστηρός ή επιεικής, θα γίνεις φίλος τους ή κάποιος που τον φοβούνται;
Αυτά, δυστυχώς, τα μαθαίνεις στην πορεία, - στου κασίδη το κεφάλι- μέσα από δοκιμές και λάθη. Μέχρι την τελευταία μέρα στο σχολείο, μάθαινα…
«Ζογκλέρ, ο νέος καθηγητής», λέει ο συνάδελφος και συγγραφέας Αντρέας Ι. Κασσέτας και σας έχω εδώ ένα απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο «Σχοινοβάτες», στο βιβλίο του «Η Άρκτος, η Πρέσπα, η Παρασκευή» (Κάτοπτρο, 1992), όπου περιγράφει την πρώτη μέρα μέσα στην τάξη:
«…. μπροστά στο κατώφλι μιας λυκειακής αίθουσας, πάνω, δηλαδή, σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, αγκαλιά μ’ ένα τριακοντακέφαλο τέρας. «Τώρα θα μας δείξετε το ακροβατικό σας ταλέντο» μας είπαν.


Το σκοινί συνέδεε και εξακολουθεί να συνδέει τις δυο γνωστές όχθες. Στη μία ευδοκιμεί το σχολείο το παραδοσιακό. Η «τάξη»,η επανάληψη, η τελετουργικότητα των κινήσεων, η λογική του άρτιου και η απουσία του περιττού, η οργάνωση του μαθήματος, η άσκηση της καθηγητικής εξουσίας, η σοβαροφάνεια, το μεγάλο κύρος των αριθμο/βαθμών 18, 19, 20, οι προσεκτικές διατυπώσεις. Μια μικροκοινωνία κυψέλης, ίσως και μυρμηγκοφωλιάς, όπου την αντιστεκόμενη εξηκονταποδαρούσα μπορείς να τη δαμάσεις χωρίς να αναλώνεσαι ιδιαίτερα γι αυτό.
Στην απέναντι όχθη κατασκηνώνει το απρόβλεπτο, η ανοιχτή επικοινωνία, η δυνατότητα να «ακούγεται» η δυσφορία, η αδιαφορία και η διαφορά, ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής και οι πιθανές αναφλέξεις. Εκεί το τριακοντακέφαλο αποσυντίθεται, διατηρώντας τη δυνατότητα να ανασυντεθεί, αλλά και σαρκάζει, συμπάσχει, κουνάει ορισμένα από τα εξήντα πόδια του, μαθαίνει κάποια πράγματα, αλλά και σε διδάσκει ένα σωρό…
Και στα δύο άκρα το σχολείο μαραίνεται, λέει ο Κασσέτας, και καθώς πορευόμαστε πάνω σ’ αυτό το σχοινί, γέρνουμε άλλοι προς τη μια κι άλλοι προς την αντίθετη πλευρά. Γιατί, όπως λέει ο Ζωρζ Μοκό στο βιβλίο του «Ψυχανάλυση και Εκπαίδευση», (Καστανιώτης 1997), ο δάσκαλος διδάσκει αυτό που είναι ο ίδιος. «Διδάσκουμε αυτό που είμαστε», κι αν το καλοσκεφτεί κανείς αυτό, τρομάζει.


Τρομάζει γιατί κι ο εκπαιδευτικός, όπως κάθε άνθρωπος, κουβαλά τραύματα, ανασφάλειες, εμμονές, επιθυμίες, άγχη, ευαισθησίες, κι αυτά τα προβάλλει ασυνείδητα,  στους μαθητές του.
Και μόνο η αγάπη για τα παιδιά και για το επάγγελμα/λειτούργημά μας μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε αυτή τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις δύο όχθες, να γίνουμε ικανοί να μπούμε στη θέση του παιδιού, αλλά, και την ίδια στιγμή, να κρατήσουμε την πρέπουσα απόσταση αναγνωρίζοντας το ως αυτόνομη προσωπικότητα και, τέλος, να ισορροπήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο για να διδάξουμε ό,τι «καλό» είμαστε.
Όπως λέει ο Καστοριάδης σε μια συνέντευξη του «Αν δεν υπάρχει έρωτας μες την εκπαίδευση, δεν υπάρχει εκπαίδευση».

Ο έρωτας με μισθούς πείνας δεν ζει, μπορεί να πει κανείς. Και πολλοί λένε, πως αν οι εκπαιδευτικοί  έπαιρναν καλύτερους μισθούς θα έκαναν καλύτερα τη δουλειά τους.
Θα ήταν λιγότερο πιεσμένοι, ναι. Αλλά, πιστεύει κανείς, πως ένας κακός δάσκαλος θα γίνει καλύτερος αν κερδίζει περισσότερα;
Κι από την άλλη, πόσο αποτιμάται η αγάπη και η αναγνώριση που εισπράττει κανείς απ’ τα παιδιά; Πόσο αξίζει ν’ ακούσει κανείς εκείνο το «Δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ», όταν οι μαθητές του τον αποχαιρετούν;


Έχω δει στα σχολεία που δούλεψα πολλούς καθηγητές με πάθος για τη δουλειά τους, αυτόν τον «έρωτα», που λέει ο Καστοριάδης, κι αυτό έχει να κάνει με τον άνθρωπο, το πρόσωπο και καθόλου με το μισθό. 
Όπως λέει ο Yeats:
«΄Ο,τι φλογοβολεί μέσα στη νύχτα
του ανθρώπου η καρδιά με το ρετσίνι της το θρέφει


Καλή σχολική χρονιά!


Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Για να μην ξεχνάμε


Ένα κείμενο για να θυμηθούμε τον τρόμο που έζησαν οι Έλληνες της Πόλης στα γεγονότα, γνωστά ως Σεπτεμβριανά,  - το πογκρόμ, δηλαδή, που έγινε εναντίον τους τον Σεπτέμβριο του 1955-  και να αναλογιστούμε πως η βία, από όπου κι αν προέρχεται, όποιους κι αν στοχεύει, κάνει τον άνθρωπο να χάσει την ανθρωπιά του.


Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Οι Ποδηλάτισσες», που κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. 
Μεταφράστηκε στα τουρκικά από την  Mufide Pekin και κυκλοφόρησε στην Τουρκία με τίτλο «Pedal Ceviren Kadinlar» (Metis Yayinlari, 2006).

«Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Τα σπασίματα

Τι ήταν αυτό που περάσαμε. Ακόμη τρέμω που το σκέφτομαι. Μόλις νυχτώνει αρχίζω να περιμένω τις πέτρες να πέσουν. Αλλά ας τα πάρω απ’ την αρχή. Ο μπαμπάς γύρισε νωρίς χτες και ήταν ανήσυχος γιατί είδε πολλούς άντρες μαζεμένους σε διάφορα σημεία να σιγοκουβεντιάζουν. «Καμιά διαδήλωση θα έχουν πάλι για την Κύπρο», είπε η μαμά. Είχε νυχτώσει και τηγάνιζε κολοκυθάκια για να φάμε. Είδαμε απ’ το παράθυρο πολύ κόσμο, όλο άντρες, μαζεμένους κάτω απ’ τον πλάτανο, και λέγαμε γιατί να μαζεύτηκαν. Σιγά σιγά άρχιζαν να φωνάζουν, ξεχώριζες το «γκιαουρλάρ» (άπιστοι). Έτσι μας λένε οι κακοί Τούρκοι. Μας φάνηκε περίεργο, γιατί τις διαδηλώσεις τις κάνουν στο Ταξίμ και όχι στο χωριό. Ο μπαμπάς είπε να σβήσουμε το φως για μη μας βλέπουν. Ακούσαμε καθαρά πια μια φωνή: «Καχρολσούν γκιαουρλάρ» (Ανάθεμα στους άπιστους), και την ίδια ώρα μια μεγάλη πέτρα πέρασε απ’ το ανοιχτό παράθυρο και χτύπησε το κρύσταλλο της βιτρίνας όπου έχουμε το κινέζικο σερβίτσιο. Το κρύσταλλο έγινε θρύψαλα μαζί μ’ ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν άγρια χτυπήματα στην εξώπορτα, κάτω. «Κώστα, για μας είναι», τσίριξε η μαμά.
Για πότε μας άρπαξαν, ενώ οι πέτρες συνέχιζαν να πέφτουν, και μας έχωσαν κάτω απ’ το μεγάλο κρεβάτι κι έβαλαν μπροστά μας τις δύο μεγάλες βαλίτσες, αυτές που παίρνουμε στην Ίμβρο, δεν το κατάλαβα. Η Μαργαρίτα έκλαιγε κι η Σοφία της έκλεισε το στόμα με το χέρι της για να μην ακούγεται. Η μαμά πήρε τη γιαγιά και κρύφτηκαν στο δωμάτιο της θείας. Ο μπαμπάς έβαλε το σύρτη και στάθηκε πίσω απ’ την πόρτα. Κρατούσε το μπαστούνι της γιαγιάς…..


….Σε λίγο ο τρόμος μας έγινε πιο μεγάλος, γιατί ακούσαμε την πόρτα να σπάει και πολλές άγριες φωνές. Ήθελα τη μαμά μου. Τι θα μας έκαναν άραγε;

Ακούστηκαν βήματα στα πρώτα σκαλοπάτια και ξαφνικά μια δυνατή φωνή σκέπασε τη φασαρία. Ήταν η φωνή του Τοτού: «Ντούρουν, Αμερικάν τεμπασί» (Σταθείτε, Αμερικάνός υπήκοος).  Έγινε ησυχία και μια άλλη φωνή ακούστηκε: «Ντογρού, Αμερικάν τεμπασί» (σωστά, Αμερικανός υπήκοος), μουρμουρητά και βήματα που κατέβαιναν τα σκαλοπάτια και μετά σπασίματα και φωνές απ’ τα διπλανά σπίτια. Για λίγη ώρα δεν κουνηθήκαμε καθόλου, δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε πως έφυγαν. Κι αν ξαναγύριζαν;
Ανέβηκε τότε ο Τοτός και φώναξε: «Κύριε Κώστα, φύγανε, μη φοβάστε». Βγήκαμε όλοι απ’ τις κρυψώνες μας κι αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε και φιλούσαμε τον Τοτό που μας γλίτωσε. Και δεν είδαμε τις φλόγες και τους καπνούς που έβγαιναν απ’ την κουζίνα. Τα κολοκυθάκια είχαν γίνει κάρβουνο και το λάδι πήρε φωτιά στο τηγάνι. «Γλιτώσαμε απ’ τους σερσερήδες (αλήτες) και παραλίγο να καούμε ζωντανοί», είπε μετά η μαμά, όταν η φωτιά είχε σβήσει και καθίσαμε χωρίς ν’ ανάψουμε τα φώτα κι ακούγαμε τις άγριες φωνές και τα χτυπήματα στις άλλες πόρτες και τα τζάμια, τζάμια να σπάνε. Είχε η γειτονιά μας τόσο πολλά τζάμια και δεν τελείωναν τόσες ώρες που έσπαναν; Και στα αντικρινά, στο μέρος της Πόλης, είδαμε φωτιές και δεν ξέραμε τι να γίνονται οι θείες μας. Κι όταν όλα ησύχασαν, θα ήταν περασμένες δύο, πέσαμε για ύπνο όλοι μαζί, κουλουριασμένοι στο μεγάλο κρεβάτι. Αυτά ήταν τα σπασίματα…»


Ε, δεν έγινε και τίποτα, ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο έσπασε, θα μπορούσε να πει κανείς. Κάποιος που δεν κατανοεί τον τρόμο όταν παραβιάζεται το ιερό άσυλο του σπιτιού, εκεί όπου ο καθένας μας αισθάνεται ασφαλής. Κάποιος που δεν άκουσε τις άγριες φωνές: «Bugun maliniz, yarin caniniz., δηλαδή: «Σήμερα η περιουσία σας, αύριο η ζωή σας.».


Εξάλλου, πέρα από τις καταστροφές και τις λεηλασίες περιουσιών, έγιναν και άγριοι ξυλοδαρμοί, βιασμοί και φόνοι.

Τα Σεπτεμβριανά υπήρξαν καταλυτικά για την τύχη του Ελληνισμού της Πόλης γιατί ανάγκασαν πολλούς να  εγκαταλείψουν την Τουρκία, καθώς δεν άντεχαν να ζουν μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια.

Και επειδή τελευταία, συμβαίνουν ανησυχητικά φαινόμενα στη χώρα μας, είναι μια ευκαιρία η ανάμνηση αυτού του πογκρόμ, να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς μπορεί ο ρατσισμός, υποδαυλιζόμενος με τον κατάλληλο τρόπο,  να δηλητηριάσει την ψυχή των απλών ανθρώπων και να τους οδηγήσει σε πράξεις βίας, οι οποίες τους κάνουν να χάσουν την ανθρωπιά τους. 

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Μας διασκεδάζει η βία;

Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, κάπου γύρω στα δεκατρία με δεκατέσσερα, ανακάλυψα τη ΜΑΣΚΑ και το ΜΥΣΤΗΡΙΟ, δυο περιοδικά της εποχής με αστυνομικά διηγήματα και ήρωες όπως ο Ντετέκτιβ Χ, ο άνθρωπος Αράχνη, ο Άγιος, ο Ζορό και πολλοί άλλοι. 
Όταν η θεία μου είδε «τι διαβάζει το κορίτσι», έφριξε. Μάλωσε τους γονείς μου και μου είπε να μην τα ξαναπιάσω στα χέρια μου. Εγώ όμως είχα ένα ατράνταχτο επιχείρημα:
«Είναι καλά» είπα, «γιατί στο τέλος οι κακοί συλλαμβάνονται ή σκοτώνονται και ο καλός θριαμβεύει» και δεν μπόρεσαν να με αντικρούσουν.
Μεγαλώνοντας γνώρισα πολλούς αστυνομικούς συγγραφείς, αν και τώρα τελευταία προτιμώ άλλου είδους διαβάσματα. Παρατήρησα όμως, πως δίπλα σ’ αυτά που ονομάζουμε κλασικά αστυνομικά, όπως  της Χάισμιθ, της Κρίστι, του Μαρή, του Τσάντλερ, του Σιμενόν,
άρχισε να αναπτύσσεται κι ένα άλλο είδος αστυνομικών μυθιστορημάτων με κατά συρροήν δολοφόνους. Αυτοί βέβαια υπήρχαν από την εποχή του «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» και του «Ψυχώ», από τότε, όμως,  τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ, καθώς οι δολοφόνοι και βιαστές γίνονται όλο και πιο σατανικοί, πιο ευφάνταστοι, με τα πτώματα να ξεπηδούν κάθε δέκα σελίδες και με τις περιγραφές βιαιοτήτων να γίνονται όλο και πιο αρρωστημένες. Και τα βιβλία αυτά γίνονται μπεστ-σέλλερ, γυρίζονται ταινίες και σπάνε τα ταμεία, ενώ και στην τηλεόραση αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο τηλεθέασης.
Ο "Κώδικας Ντα Βίντσι", εκτός από ταινία έγινε και βίντεο γκέιμ

Να σημειώσω ότι στο είδος αυτό, των κατά συρροήν δολοφόνων, ειδικεύονται οι Σκανδιναυοί συγγραφείς, όπως ο Λάρσον, ο Στόλεσεν, ο Μάνκελ, ο Νέσμπο, - για να απαριθμήσω μόνον όσους έχω διαβάσει - χωρίς να αποκλείονται άλλες εθνικότητες.
Πρόσφατα διάβασα την τριλογία MILLENNIUM του Στιγκ Λάρσον,  ο οποίος έγινε διάσημος με το πρώτο βιβλίο, «Το κορίτσι με το τατουάζ» (Ψυχογιός, 2009), το οποίο γυρίστηκε και ταινία. Η αλήθεια είναι πως όταν αρχίσεις το μυθιστόρημα και μπεις στην ατμόσφαιρα, δεν μπορείς πια να το αφήσεις απ’ το χέρι σου. Όταν το έκλεισα όμως, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ, γιατί αυτού του είδους τα αναγνώσματα και θεάματα είναι τόσο δημοφιλή.

Έψαξα, λοιπόν, στο Διαδίκτυο,  - αν και δεν είμαι τόσο ικανή σ’ αυτό, όσο η Λίσμπετ Σαλάντερ, η ηρωίδα του Λάρσον - και βρήκα μερικές απαντήσεις, λιγότερο ως περισσότερο ικανοποιητικές:
  1. Σήμερα ζούμε σ’ έναν ανήσυχο κόσμο κι έχουμε συνειδητοποιήσει πως ο άνθρωπος μάχεται για επιβίωση σε παγκόσμιο, αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Γι αυτό καταφεύγουμε  στα αστυνομικά ή θρίλλερ για να ξεφύγουμε από ένα άδικο κόσμο. Όσο βίαιες και δυσάρεστες κι αν είναι οι υποθέσεις, γνωρίζουμε ότι στο τέλος θα αποκατασταθεί κάποια μορφή ηθικής τάξης. Το είδος αυτό προσφέρει μια «αρμονία» στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο μας, και μας βεβαιώνει ότι μια κοινωνία με νόμους μπορεί να λειτουργήσει. Ο αντίλογος εδώ, είναι ότι σε πολλές ιστορίες οι ήρωες καταφεύγουν στην παρανομία ή στη βία, ακριβώς επειδή οι νόμοι έχουν καταπατηθεί κι έχουν βιώσει την αδικία.
  2.  Μια άλλη άποψη, υποστηρίζει πως διαβάζουμε (ή βλέπουμε ταινίες) για να ξορκίσουμε τους φόβους μας. Όπως όταν είμαστε μικροί διαβάζουμε παραμύθια με κακιές μάγισσες, λύκους κι ανθρωποφάγους δράκους, ως ενήλικες διαβάζουμε για απάτες, για φόνους και για βιασμούς. Γνωρίζοντας  πως αυτό που διαβάζουμε είναι φανταστικό δεν το συγχέουμε καθόλου με την πραγματικότητα. Είναι καθησυχαστικό να διαβάζεις κάτι φοβερό και να ξέρεις ότι αυτό συμβαίνει μόνο στη φαντασία του συγγραφέα.


3. Μερικοί το κάνουν επειδή προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να περάσει την κόκκινη γραμμή και να παρανομήσει. Βέβαια, το κακό συνυπάρχει μέσα μας με το καλό. Όλοι έχουμε έναν κακό εαυτό, τον οποίο, όμως, έχουμε μάθει να ελέγχουμε.  Άρα κάποιοι ενδιαφέρονται για τις συγκρούσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα προσωπικά μας θέλω και στην τάξη την οποία επιβάλλει η κοινωνία. Το πώς και το γιατί καταφεύγει κανείς στη βία και ποιες ανάγκες του προσπαθεί να καλύψει.  Τους ενδιαφέρει δηλαδή, το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων.

4. Μια άλλη άποψη, πηγαίνει πολύ πίσω στα βασικά μας ένστικτα, τα οποία αναζητούν στη βία τους παράγοντες που εκλύουν κάποιες ουσίες στον οργανισμό μας, όπως για παράδειγμα την αδρεναλίνη και την ντοπαμίνη, οι οποίες μας κάνουν να αισθανόμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο, πράγμα το οποίο μας κάνει να αισθανόμαστε δυνατοί κι ικανοποιημένοι απ’ τον εαυτό μας. Την ίδια αίσθηση της ικανοποίησης που αναζητούμε – κάποιοι – κι όταν κάνουμε ακραία σπορ, ή απλώς τα παρακολουθούμε. 
Αφού λοιπόν ο κίνδυνος μας ανεβάζει, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος προσπαθούν να μας βάλλουν σε παρόμοιες καταστάσεις με όλο και περισσότερη βία, την οποία είναι απίθανο – οι περισσότεροι – να συναντήσουμε στην καθημερινή μας ζωή. Όσοι από μας αναζητούμε παρόμοιες συγκινήσεις, στο τέλος μένουμε ικανοποιημένοι και τελικά – ναι – διασκεδάζουμε. Αν βέβαια ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα, τότε θα αναζητούσαμε διαρκώς αυτή τη διασκέδαση. Ο ανθρώπινος ψυχισμός, όμως, είναι πολύπλοκος και το μυαλό δεν ξεγελιέται. Γνωρίζει πως αυτή είναι μια ψεύτικη κατάσταση και κρατά τις αποστάσεις του. 
Θα έλεγα πως όλα τα παραπάνω, λίγο ως πολύ, μπορούν να εξηγήσουν το φαινόμενο, υποψιάζομαι, όμως, πως υπάρχει και κάτι ακόμα, που συνδέεται με βαθύτερα, αρχέγονα κι ανομολόγητα ένστικτα, τα οποία συνδέουν τη βία με τον ερωτισμό. Αυτό, το υποθέτω, επηρεασμένη κι απ’ το βιβλίο «Ο ερωτισμός» (Ίνδικτος 2001), όπου ο Ζωρζ Μπατάιγ συνδέει τη βία, το φόνο και το θάνατο με το σεξ και τον ερωτισμό.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…
Παίζει ρόλο βέβαια και ο στόχος του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη. Αν θέλει απλά να σοκάρει και να προκαλέσει τα ένστικτα του αναγνώστη/θεατή ή να κάνει κάποιο κοινωνικό σχόλιο, όπως για παράδειγμα οι βιασμοί και δολοφονίες γυναικών που απαριθμεί ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στο «2666» (Άγρα, 2011), με στόχο να τραβήξει την προσοχή στις πραγματικές δολοφονίες γυναικών που παραμένουν ανεξιχνίαστες σε μια πόλη του Μεξικού, - χωρίς να βάζω το βιβλίο αυτό στο ίδιο τσουβάλι με τα υπόλοιπα -
 ή του Στιγκ Λάρσον, ο οποίος στηλιτεύει τη βία εναντίον των γυναικών, το τράφικιν και την διαφθορά των κρατικών υπηρεσιών στη Σουηδία. Δεν παύει, όμως,  η συνεχής περιγραφή/προβολή βιαιοτήτων να δημιουργεί έναν επικίνδυνο εθισμό στη βία, έτσι ώστε να μη μας προκαλεί πια εντύπωση στην πραγματική ζωή.
Όπως και νά’ χει οι υγιείς άνθρωποι μπορούν να ελέγξουν τα ένστικτά τους και να μην πάρουν την υπόθεση στα σοβαρά. Το πρόβλημα είναι για τους ψυχικά διαταραγμένους, οι οποίοι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα, δεν ελέγχουν τις πράξεις τους και ξεσπούν με βία, όπως πρόσφατα ο δολοφόνος στον κινηματογράφο, όπου παιζόταν η  ταινία του Μπάτμαν.