Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Για να μην ξεχνάμε


Ένα κείμενο για να θυμηθούμε τον τρόμο που έζησαν οι Έλληνες της Πόλης στα γεγονότα, γνωστά ως Σεπτεμβριανά,  - το πογκρόμ, δηλαδή, που έγινε εναντίον τους τον Σεπτέμβριο του 1955-  και να αναλογιστούμε πως η βία, από όπου κι αν προέρχεται, όποιους κι αν στοχεύει, κάνει τον άνθρωπο να χάσει την ανθρωπιά του.


Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Οι Ποδηλάτισσες», που κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. 
Μεταφράστηκε στα τουρκικά από την  Mufide Pekin και κυκλοφόρησε στην Τουρκία με τίτλο «Pedal Ceviren Kadinlar» (Metis Yayinlari, 2006).

«Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Τα σπασίματα

Τι ήταν αυτό που περάσαμε. Ακόμη τρέμω που το σκέφτομαι. Μόλις νυχτώνει αρχίζω να περιμένω τις πέτρες να πέσουν. Αλλά ας τα πάρω απ’ την αρχή. Ο μπαμπάς γύρισε νωρίς χτες και ήταν ανήσυχος γιατί είδε πολλούς άντρες μαζεμένους σε διάφορα σημεία να σιγοκουβεντιάζουν. «Καμιά διαδήλωση θα έχουν πάλι για την Κύπρο», είπε η μαμά. Είχε νυχτώσει και τηγάνιζε κολοκυθάκια για να φάμε. Είδαμε απ’ το παράθυρο πολύ κόσμο, όλο άντρες, μαζεμένους κάτω απ’ τον πλάτανο, και λέγαμε γιατί να μαζεύτηκαν. Σιγά σιγά άρχιζαν να φωνάζουν, ξεχώριζες το «γκιαουρλάρ» (άπιστοι). Έτσι μας λένε οι κακοί Τούρκοι. Μας φάνηκε περίεργο, γιατί τις διαδηλώσεις τις κάνουν στο Ταξίμ και όχι στο χωριό. Ο μπαμπάς είπε να σβήσουμε το φως για μη μας βλέπουν. Ακούσαμε καθαρά πια μια φωνή: «Καχρολσούν γκιαουρλάρ» (Ανάθεμα στους άπιστους), και την ίδια ώρα μια μεγάλη πέτρα πέρασε απ’ το ανοιχτό παράθυρο και χτύπησε το κρύσταλλο της βιτρίνας όπου έχουμε το κινέζικο σερβίτσιο. Το κρύσταλλο έγινε θρύψαλα μαζί μ’ ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν άγρια χτυπήματα στην εξώπορτα, κάτω. «Κώστα, για μας είναι», τσίριξε η μαμά.
Για πότε μας άρπαξαν, ενώ οι πέτρες συνέχιζαν να πέφτουν, και μας έχωσαν κάτω απ’ το μεγάλο κρεβάτι κι έβαλαν μπροστά μας τις δύο μεγάλες βαλίτσες, αυτές που παίρνουμε στην Ίμβρο, δεν το κατάλαβα. Η Μαργαρίτα έκλαιγε κι η Σοφία της έκλεισε το στόμα με το χέρι της για να μην ακούγεται. Η μαμά πήρε τη γιαγιά και κρύφτηκαν στο δωμάτιο της θείας. Ο μπαμπάς έβαλε το σύρτη και στάθηκε πίσω απ’ την πόρτα. Κρατούσε το μπαστούνι της γιαγιάς…..


….Σε λίγο ο τρόμος μας έγινε πιο μεγάλος, γιατί ακούσαμε την πόρτα να σπάει και πολλές άγριες φωνές. Ήθελα τη μαμά μου. Τι θα μας έκαναν άραγε;

Ακούστηκαν βήματα στα πρώτα σκαλοπάτια και ξαφνικά μια δυνατή φωνή σκέπασε τη φασαρία. Ήταν η φωνή του Τοτού: «Ντούρουν, Αμερικάν τεμπασί» (Σταθείτε, Αμερικάνός υπήκοος).  Έγινε ησυχία και μια άλλη φωνή ακούστηκε: «Ντογρού, Αμερικάν τεμπασί» (σωστά, Αμερικανός υπήκοος), μουρμουρητά και βήματα που κατέβαιναν τα σκαλοπάτια και μετά σπασίματα και φωνές απ’ τα διπλανά σπίτια. Για λίγη ώρα δεν κουνηθήκαμε καθόλου, δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε πως έφυγαν. Κι αν ξαναγύριζαν;
Ανέβηκε τότε ο Τοτός και φώναξε: «Κύριε Κώστα, φύγανε, μη φοβάστε». Βγήκαμε όλοι απ’ τις κρυψώνες μας κι αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε και φιλούσαμε τον Τοτό που μας γλίτωσε. Και δεν είδαμε τις φλόγες και τους καπνούς που έβγαιναν απ’ την κουζίνα. Τα κολοκυθάκια είχαν γίνει κάρβουνο και το λάδι πήρε φωτιά στο τηγάνι. «Γλιτώσαμε απ’ τους σερσερήδες (αλήτες) και παραλίγο να καούμε ζωντανοί», είπε μετά η μαμά, όταν η φωτιά είχε σβήσει και καθίσαμε χωρίς ν’ ανάψουμε τα φώτα κι ακούγαμε τις άγριες φωνές και τα χτυπήματα στις άλλες πόρτες και τα τζάμια, τζάμια να σπάνε. Είχε η γειτονιά μας τόσο πολλά τζάμια και δεν τελείωναν τόσες ώρες που έσπαναν; Και στα αντικρινά, στο μέρος της Πόλης, είδαμε φωτιές και δεν ξέραμε τι να γίνονται οι θείες μας. Κι όταν όλα ησύχασαν, θα ήταν περασμένες δύο, πέσαμε για ύπνο όλοι μαζί, κουλουριασμένοι στο μεγάλο κρεβάτι. Αυτά ήταν τα σπασίματα…»


Ε, δεν έγινε και τίποτα, ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο έσπασε, θα μπορούσε να πει κανείς. Κάποιος που δεν κατανοεί τον τρόμο όταν παραβιάζεται το ιερό άσυλο του σπιτιού, εκεί όπου ο καθένας μας αισθάνεται ασφαλής. Κάποιος που δεν άκουσε τις άγριες φωνές: «Bugun maliniz, yarin caniniz., δηλαδή: «Σήμερα η περιουσία σας, αύριο η ζωή σας.».


Εξάλλου, πέρα από τις καταστροφές και τις λεηλασίες περιουσιών, έγιναν και άγριοι ξυλοδαρμοί, βιασμοί και φόνοι.

Τα Σεπτεμβριανά υπήρξαν καταλυτικά για την τύχη του Ελληνισμού της Πόλης γιατί ανάγκασαν πολλούς να  εγκαταλείψουν την Τουρκία, καθώς δεν άντεχαν να ζουν μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια.

Και επειδή τελευταία, συμβαίνουν ανησυχητικά φαινόμενα στη χώρα μας, είναι μια ευκαιρία η ανάμνηση αυτού του πογκρόμ, να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς μπορεί ο ρατσισμός, υποδαυλιζόμενος με τον κατάλληλο τρόπο,  να δηλητηριάσει την ψυχή των απλών ανθρώπων και να τους οδηγήσει σε πράξεις βίας, οι οποίες τους κάνουν να χάσουν την ανθρωπιά τους. 

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Μας διασκεδάζει η βία;

Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, κάπου γύρω στα δεκατρία με δεκατέσσερα, ανακάλυψα τη ΜΑΣΚΑ και το ΜΥΣΤΗΡΙΟ, δυο περιοδικά της εποχής με αστυνομικά διηγήματα και ήρωες όπως ο Ντετέκτιβ Χ, ο άνθρωπος Αράχνη, ο Άγιος, ο Ζορό και πολλοί άλλοι. 
Όταν η θεία μου είδε «τι διαβάζει το κορίτσι», έφριξε. Μάλωσε τους γονείς μου και μου είπε να μην τα ξαναπιάσω στα χέρια μου. Εγώ όμως είχα ένα ατράνταχτο επιχείρημα:
«Είναι καλά» είπα, «γιατί στο τέλος οι κακοί συλλαμβάνονται ή σκοτώνονται και ο καλός θριαμβεύει» και δεν μπόρεσαν να με αντικρούσουν.
Μεγαλώνοντας γνώρισα πολλούς αστυνομικούς συγγραφείς, αν και τώρα τελευταία προτιμώ άλλου είδους διαβάσματα. Παρατήρησα όμως, πως δίπλα σ’ αυτά που ονομάζουμε κλασικά αστυνομικά, όπως  της Χάισμιθ, της Κρίστι, του Μαρή, του Τσάντλερ, του Σιμενόν,
άρχισε να αναπτύσσεται κι ένα άλλο είδος αστυνομικών μυθιστορημάτων με κατά συρροήν δολοφόνους. Αυτοί βέβαια υπήρχαν από την εποχή του «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» και του «Ψυχώ», από τότε, όμως,  τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ, καθώς οι δολοφόνοι και βιαστές γίνονται όλο και πιο σατανικοί, πιο ευφάνταστοι, με τα πτώματα να ξεπηδούν κάθε δέκα σελίδες και με τις περιγραφές βιαιοτήτων να γίνονται όλο και πιο αρρωστημένες. Και τα βιβλία αυτά γίνονται μπεστ-σέλλερ, γυρίζονται ταινίες και σπάνε τα ταμεία, ενώ και στην τηλεόραση αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο τηλεθέασης.
Ο "Κώδικας Ντα Βίντσι", εκτός από ταινία έγινε και βίντεο γκέιμ

Να σημειώσω ότι στο είδος αυτό, των κατά συρροήν δολοφόνων, ειδικεύονται οι Σκανδιναυοί συγγραφείς, όπως ο Λάρσον, ο Στόλεσεν, ο Μάνκελ, ο Νέσμπο, - για να απαριθμήσω μόνον όσους έχω διαβάσει - χωρίς να αποκλείονται άλλες εθνικότητες.
Πρόσφατα διάβασα την τριλογία MILLENNIUM του Στιγκ Λάρσον,  ο οποίος έγινε διάσημος με το πρώτο βιβλίο, «Το κορίτσι με το τατουάζ» (Ψυχογιός, 2009), το οποίο γυρίστηκε και ταινία. Η αλήθεια είναι πως όταν αρχίσεις το μυθιστόρημα και μπεις στην ατμόσφαιρα, δεν μπορείς πια να το αφήσεις απ’ το χέρι σου. Όταν το έκλεισα όμως, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ, γιατί αυτού του είδους τα αναγνώσματα και θεάματα είναι τόσο δημοφιλή.

Έψαξα, λοιπόν, στο Διαδίκτυο,  - αν και δεν είμαι τόσο ικανή σ’ αυτό, όσο η Λίσμπετ Σαλάντερ, η ηρωίδα του Λάρσον - και βρήκα μερικές απαντήσεις, λιγότερο ως περισσότερο ικανοποιητικές:
  1. Σήμερα ζούμε σ’ έναν ανήσυχο κόσμο κι έχουμε συνειδητοποιήσει πως ο άνθρωπος μάχεται για επιβίωση σε παγκόσμιο, αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Γι αυτό καταφεύγουμε  στα αστυνομικά ή θρίλλερ για να ξεφύγουμε από ένα άδικο κόσμο. Όσο βίαιες και δυσάρεστες κι αν είναι οι υποθέσεις, γνωρίζουμε ότι στο τέλος θα αποκατασταθεί κάποια μορφή ηθικής τάξης. Το είδος αυτό προσφέρει μια «αρμονία» στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο μας, και μας βεβαιώνει ότι μια κοινωνία με νόμους μπορεί να λειτουργήσει. Ο αντίλογος εδώ, είναι ότι σε πολλές ιστορίες οι ήρωες καταφεύγουν στην παρανομία ή στη βία, ακριβώς επειδή οι νόμοι έχουν καταπατηθεί κι έχουν βιώσει την αδικία.
  2.  Μια άλλη άποψη, υποστηρίζει πως διαβάζουμε (ή βλέπουμε ταινίες) για να ξορκίσουμε τους φόβους μας. Όπως όταν είμαστε μικροί διαβάζουμε παραμύθια με κακιές μάγισσες, λύκους κι ανθρωποφάγους δράκους, ως ενήλικες διαβάζουμε για απάτες, για φόνους και για βιασμούς. Γνωρίζοντας  πως αυτό που διαβάζουμε είναι φανταστικό δεν το συγχέουμε καθόλου με την πραγματικότητα. Είναι καθησυχαστικό να διαβάζεις κάτι φοβερό και να ξέρεις ότι αυτό συμβαίνει μόνο στη φαντασία του συγγραφέα.


3. Μερικοί το κάνουν επειδή προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να περάσει την κόκκινη γραμμή και να παρανομήσει. Βέβαια, το κακό συνυπάρχει μέσα μας με το καλό. Όλοι έχουμε έναν κακό εαυτό, τον οποίο, όμως, έχουμε μάθει να ελέγχουμε.  Άρα κάποιοι ενδιαφέρονται για τις συγκρούσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα προσωπικά μας θέλω και στην τάξη την οποία επιβάλλει η κοινωνία. Το πώς και το γιατί καταφεύγει κανείς στη βία και ποιες ανάγκες του προσπαθεί να καλύψει.  Τους ενδιαφέρει δηλαδή, το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων.

4. Μια άλλη άποψη, πηγαίνει πολύ πίσω στα βασικά μας ένστικτα, τα οποία αναζητούν στη βία τους παράγοντες που εκλύουν κάποιες ουσίες στον οργανισμό μας, όπως για παράδειγμα την αδρεναλίνη και την ντοπαμίνη, οι οποίες μας κάνουν να αισθανόμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο, πράγμα το οποίο μας κάνει να αισθανόμαστε δυνατοί κι ικανοποιημένοι απ’ τον εαυτό μας. Την ίδια αίσθηση της ικανοποίησης που αναζητούμε – κάποιοι – κι όταν κάνουμε ακραία σπορ, ή απλώς τα παρακολουθούμε. 
Αφού λοιπόν ο κίνδυνος μας ανεβάζει, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος προσπαθούν να μας βάλλουν σε παρόμοιες καταστάσεις με όλο και περισσότερη βία, την οποία είναι απίθανο – οι περισσότεροι – να συναντήσουμε στην καθημερινή μας ζωή. Όσοι από μας αναζητούμε παρόμοιες συγκινήσεις, στο τέλος μένουμε ικανοποιημένοι και τελικά – ναι – διασκεδάζουμε. Αν βέβαια ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα, τότε θα αναζητούσαμε διαρκώς αυτή τη διασκέδαση. Ο ανθρώπινος ψυχισμός, όμως, είναι πολύπλοκος και το μυαλό δεν ξεγελιέται. Γνωρίζει πως αυτή είναι μια ψεύτικη κατάσταση και κρατά τις αποστάσεις του. 
Θα έλεγα πως όλα τα παραπάνω, λίγο ως πολύ, μπορούν να εξηγήσουν το φαινόμενο, υποψιάζομαι, όμως, πως υπάρχει και κάτι ακόμα, που συνδέεται με βαθύτερα, αρχέγονα κι ανομολόγητα ένστικτα, τα οποία συνδέουν τη βία με τον ερωτισμό. Αυτό, το υποθέτω, επηρεασμένη κι απ’ το βιβλίο «Ο ερωτισμός» (Ίνδικτος 2001), όπου ο Ζωρζ Μπατάιγ συνδέει τη βία, το φόνο και το θάνατο με το σεξ και τον ερωτισμό.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…
Παίζει ρόλο βέβαια και ο στόχος του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη. Αν θέλει απλά να σοκάρει και να προκαλέσει τα ένστικτα του αναγνώστη/θεατή ή να κάνει κάποιο κοινωνικό σχόλιο, όπως για παράδειγμα οι βιασμοί και δολοφονίες γυναικών που απαριθμεί ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στο «2666» (Άγρα, 2011), με στόχο να τραβήξει την προσοχή στις πραγματικές δολοφονίες γυναικών που παραμένουν ανεξιχνίαστες σε μια πόλη του Μεξικού, - χωρίς να βάζω το βιβλίο αυτό στο ίδιο τσουβάλι με τα υπόλοιπα -
 ή του Στιγκ Λάρσον, ο οποίος στηλιτεύει τη βία εναντίον των γυναικών, το τράφικιν και την διαφθορά των κρατικών υπηρεσιών στη Σουηδία. Δεν παύει, όμως,  η συνεχής περιγραφή/προβολή βιαιοτήτων να δημιουργεί έναν επικίνδυνο εθισμό στη βία, έτσι ώστε να μη μας προκαλεί πια εντύπωση στην πραγματική ζωή.
Όπως και νά’ χει οι υγιείς άνθρωποι μπορούν να ελέγξουν τα ένστικτά τους και να μην πάρουν την υπόθεση στα σοβαρά. Το πρόβλημα είναι για τους ψυχικά διαταραγμένους, οι οποίοι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα, δεν ελέγχουν τις πράξεις τους και ξεσπούν με βία, όπως πρόσφατα ο δολοφόνος στον κινηματογράφο, όπου παιζόταν η  ταινία του Μπάτμαν.  

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Ίμβρος, η γαλανή


Έγραφα στις ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΕΣ (Ωκεανίδα, 2004) για την ηρωίδα μου, τη Μαργαρίτα, η οποία έφευγε από τη μια πατρίδα την Τουρκία, για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα:
«…Σηκώθηκε ξανά και κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι της. «Ποια είμαι; Τι είμαι;» αναρωτήθηκε. Πώς  να σχεδιάσει τον χάρτη της πατρίδας της, όταν η γεωγραφία μπερδεύεται με τη ζωή και την καρδιά; Πολίτης της Τουρκικής Δημοκρατίας, Ρουμ Ορτοντόξ, έλεγε το νουφούσι της και ήταν ρωμιά και Χριστιανή, πάνω απ’ όλα. Ευρωπαία ασφαλώς, συγχρόνως όμως και ανατολίτισσα, γέννημα και θρέμμα αυτής εδώ της γης… Κρίση ταυτότητας.»
Αυτή την κρίση ταυτότητας, λίγο ως πολύ την αισθάνονται όλοι όσοι έζησαν ή αναγκάστηκαν να ζήσουν σε δύο πατρίδες, όσοι νιώθουν  πως η μισή τους καρδιά είναι εδώ κι η άλλη μισή κάπου εκεί, πέρα, βρίσκεται…
Ένα ταξίδι ζωής του φίλου μας, του Γιώργου, από τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου σε Ίμβρο, Τένεδο και Πόλη με ιστιοπλοϊκό, μ’ έκανε να ξανασκεφτώ το θέμα αυτό και μου θύμισε πως στην πραγματικότητα έχω τρεις πατρίδες. Την Πόλη όπου γεννήθηκα κι έζησα πολλά χρόνια, την Ίμβρο, –τόπο καταγωγής της μητέρας μου – όπου έζησα αρκετά χρόνια κι όλα τα καλοκαίρια των παιδικών και νεανικών μου χρόνων και την Ελλάδα, που με δέχθηκε και μ’ αγκάλιασε.
Το ταξίδι του Γιώργου ξύπνησε πάλι τη νοσταλγία, που κοιμάται μέσα μας, ενώ νομίζουμε ότι έφυγε. Αυτή όμως, είναι εκεί και με το παραμικρό σκούντημα, πετάγεται πάνω αλαφιασμένη: «Εδώ είμαι, καλέ, απλά με πήρε λίγο ο ύπνος», λέει ένοχα, κάθε φορά.
Γι αυτό αποφάσισα η σημερινή ανάρτηση να είναι αφιερωμένη στην Ίμβρο, όπου βρίσκεται το ένα τρίτο της καρδιάς μου. Όταν έφυγα από κει, δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μου στοίχισε τόσο, όσο μου στοίχισε ο αποχωρισμός από την Πόλη. Έλεγα πως η πατρική πλευρά με τραβούσε προς την Πόλη, αν κι ο πατέρας μου αγάπησε την Ίμβρο πολύ περισσότερο απ’ τη μητέρα μου.
Μετά από χρόνια, όμως, όταν με τον σύζυγό μου κάναμε ένα ταξίδι στη Σαμοθράκη, μόλις το αυτοκίνητο έστριψε σε μια στροφή και φάνηκε στο βάθος μια γαλάζια κυματιστή σιλουέτα, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Η Ίμβρος», του είπα.
«Μα πώς το ξέρεις, μπορεί να είναι η Λήμνος», μου είπε.
Η Ίμβρος, όπως φαίνεται από την παραλία Κήπων της Σαμοθράκης

Ήταν η Ίμβρος! 
Τότε, κοιτώντας από μακριά αυτή τη γαλανή λουρίδα ξηράς, κατάλαβα πόσο αγαπούσα αυτό το νησί, με μια αγάπη που κοιμόταν μέσα μου για χρόνια, και τότε αποφάσισα να γράψω τις Ποδηλάτισσες για να περιγράψω πώς ζούσαμε εκεί και γιατί φύγαμε.

Ειδική περίπτωση η Ίμβρος κι η Τένεδος.
Ελληνικότατα νησιά, βρέθηκαν, τότε που οι μεγάλοι μοίραζαν τους μικρούς, όπως τους συνέφερε, στην Τουρκία. Ναι, υπήρχε μια διεθνής συνθήκη, η Συνθήκη της Λοζάννης, η οποία όριζε πώς θα διοικούνται τα νησιά, με όρους ευνοϊκούς για τους Έλληνες, αλλά…
Ένας χάρτης του νησιού ζωγραφισμένος από τον πατέρα μου Νίκο Παλαιόπουλο (Paleo)

Η Ίμβρος, λοιπόν και ό,τι θυμάμαι απ’ αυτήν…

Θάλασσα! Άγρια θάλασσα, βαθιά, σε σκούρο μπλε με μεγάλα κύματα που σκάνε στα βράχια. Αλλά και απέραντες αμμουδιές, γαλάζια ήρεμα νερά. Εκεί, όπου μάθαμε να κολυμπάμε... Κι αν το αλάτι τσούζει τα μάτια περισσότερο απ’ τις θάλασσες της Πόλης, στην Ίμβρο υπάρχει και φυσικό ντους, για μετά το μπάνιο! 

Βουνά! Απρόσιτα κάποια και γυμνά, κι άλλα δασωμένα και φιλόξενα με τρεχούμενα νερά, όπως  η Σπηλιά και η Αρασιά, το αγαπημένο μου βουνό. Ένα από τα καλύτερα δώρα που δέχτηκα ποτέ, ήταν ένα δεμάτι ρίγανης από την Αρασιά, που μου έφερε η φίλη μου, η Μαγδαληνή. Το μύριζα και δεν χόρταινα να ρουφάω αναμνήσεις.


Ελιές, αμπέλια, βελανιδιές – ρουπάκια στα ιμβριώτικα - , αμυγδαλιές, συκιές, απιδιές, κυδωνιές…
Είχαμε δύο αμπέλια, το ένα έβγαζε επιτραπέζια "τσαούσια" και το άλλο μαύρα για κρασί. Το πρώτο, το απαλλοτρίωσαν και έμεινε το δεύτερο για να παρηγοριέται ο πατέρας μου, να έχει να σκαλίζει και να κλαδεύει... Μέχρι που το χάλασαν κι αυτό τα κοπάδια των εποίκων, και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό, ο καημένος.

Ξωκλήσια! Εκτός από τις μεγάλες εκκλησίες σε κάθε χωριό, αναρίθμητα ξωκλήσια ξεφύτρωναν σε κάθε ραχούλα. Έλεγαν, αν και βρίσκω υπερβολικά μεγάλο τον αριθμό,  πως υπήρχαν τριακόσια εκκλησάκια διάσπαρτα σ’ όλο το νησί!

Χωριά! Επτά όμορφα χωριά με ελληνικότατα ονόματα, Παναγία, όπου ήταν και το σπίτι μας, Σχοινούδι, Αγρίδια, Αγιοι Θεόδωροι, Γλυκύ, Κάστρο, Ευλάμπιο - το χωριό της μαμάς. 

Αγρίδια

Άγιοι Θεόδωροι
Η Αγία Βαρβάρα στο Ευλάμπιο
Το  παλιό λιμάνι του Κάστρου με τον Αϊ Νικόλα 

Άνθρωποι! Φιλήσυχοι άνθρωποι που καλημέριζαν γνωστούς κι αγνώστους με χαμόγελο. Όταν αργότερα η Ίμβρος εποικίστηκε, η γιαγιά μου εξακολουθούσε να καλημερίζει ακόμα και τους κατάδικους των αγροτικών φυλακών που χτίστηκαν στο νησί, οι οποίοι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στα χωριά:
«Καλημέρα σας», τους έλεγε χαμογελώντας και μετά από λίγο άρχισαν κι εκείνοι να τη χαιρετούν: «Καλημέρα, μαντάμ».

Πανηγύρια! Λειτουργία στην εκκλησία ή στο ξωκλήσι που γιόρταζε, κιλίμια και κουρελούδες στρωμένα χάμω, φαγητά, κρασί και μετά βιολιά και σαντούρια και χοροί κυκλοτεροί και …ειδύλλια…

Και μετά όλα άλλαξαν. Η πολιτική, όρμησε για άλλη μια φορά στη ζωή του νησιού και σάρωσε ό,τι είχε απομείνει όρθιο.
1964: Η κυβέρνηση αποφασίζει να κλείσει τα ελληνικά σχολεία. Το πρώτο χτύπημα, καίριο, όμως. Οι Ίμβριοι έδιναν πάντα μεγάλη σημασία στη μόρφωση, στα γράμματα. Τότε ξαναγύρισα κι εγώ στην Πόλη, για να συνεχίσω το Γυμνάσιο.
Το ερειπωμένο σχολείο των Αγίων Θεοδώρων
Μετά ήρθε ο στρατός, οι αγροτικές φυλακές, οι απαλλοτριώσεις – για ένα κομμάτι ψωμί- , τα πράγματα αγρίεψαν.
Ο κόσμος άρχιζε να φεύγει.
Τα ξωκλήσια έγιναν στάβλοι…, τα βιολιά και τα σαντούρια σίγησαν…Ερήμωση…

Μέχρι και το τουρκικό όνομα της Ίμβρου  - Imroz - αλλάζει σε Gokceada (Γκιοκτσέαντα), για να μην παραπέμπει σε κάτι ελληνικό, ακριβώς όπως στο θεατρικό έργο «Μεταφράσεις» του Ιρλανδού Μπράιαν Φρίελ, οι Άγγλοι καταβάλλουν προσπάθεια  για να μεταφραστούν στα Αγγλικά όλα τα ιρλανδικά τοπωνύμια, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό, ποιος είναι ο κυρίαρχος, ενώ ταυτόχρονα  καταδικάζουν τη ιρλανδική γλώσσα στη λήθη. 
Άρα, αυτό που διακυβεύεται και στην Ίμβρο είναι πλέον η διατήρηση ζωντανής της μνήμης. 
Φωτογραφία του Γιώργου από την πρωτεύουσα, την Παναγία

Σήμερα, που στο νησί, τουλάχιστον στην πρωτεύουσα,   ελάχιστα πράγματα, - ίσως μόνον η εκκλησία και η Μητρόπολη - θυμίζουν ελληνισμό, κάποιοι προσπαθούν να μην σβήσουν οι μνήμες. 
Κάθε καλοκαίρι το νησί ανασταίνεται, τα έθιμα αναβιώνουν. Οι Ίμβριοι της διασποράς δεν ξεχνούν τον τόπο τους, οι Σύλλογοι κάνουν διαβήματα. 
Θα ανοίξει πάλι ένα ελληνικό σχολείο, κι ας είναι τα παιδιά ελάχιστα… 
Σπίτια  ανακαινίζονται, ξωκλήσια αναστηλώνονται... 
Κάποιοι μπορεί να επιστρέψουν. Υπάρχει μια ελπίδα πως κάτι, ίσως, αρχίζει να ζωντανεύει…
Ο φίλος μου ο Γιώργος, όμως,  όταν έφτασε στην Ίμβρο με το σκάφος του, με πήρε τηλέφωνο και μου ανακοίνωσε: «Είμαστε στο Κουζού λιμάνι!».
Πώς να ξέρει, ότι η τοποθεσία λεγόταν παλιά Άγιος Κήρυκος, απ’ το ομώνυμο εκκλησάκι, το οποίο δεν γνωρίζω αν στέκει ακόμα εκεί… 

Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα για την Ίμβρο:  Σύλλογος Ιμβρίων 


Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Υπόγεια ρεύματα


1.Ο Χρόνης Μπότσογλου, σύγχρονος και σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος, για πολλά χρόνια πήγαινε κάθε Κυριακή να συντροφεύει τη μητέρα του, η οποία ήταν άρρωστη,  και τις ώρες που καθόταν απέναντί της, έκανε διάφορες σκέψεις για κείνην και συγχρόνως τη ζωγράφιζε. Έτσι μας έδωσε μια θαυμάσια σειρά από δεκάδες πορτραίτα της μητέρας του.

«Όλα τα έργα έγιναν εκ του φυσικού. Πήγαινα και καθόμουν μαζί της. Ήταν ο μόνος τρόπος για ν’ αντέξω τελικά. Όταν τελείωσα και έδειξα τα έργα, έκανα δυο χρόνια να πάω να δω τη μητέρα μου. Μέσω της ζωγραφικής ήταν σαν να την είχα κηδέψει.» λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του.



Στο βιβλίο του «Σάββατο» (Νεφέλη 2006), ο Βρετανός συγγραφέας Ίαν Μακ Γιούαν περιγράφει μια σαββατιάτικη μέρα από τη ζωή του Χένρυ, ενός γιατρού.

Μέσα στις υποχρεώσεις τη μέρας αυτής είναι και μια επίσκεψη στη μητέρα του. Έτσι, το συγκεκριμένο Σάββατο, όπως κάθε εβδομάδα, κάνει την καθιερωμένη επίσκεψη στη μητέρα του, σε κάποιο οίκο ευγηρίας.  Προσπαθώντας μάταια να κρατήσει μια συζήτηση  με την πάσχουσα από άνοια μητέρα του, κοιτάζει μια νεανική φωτογραφία της και αναπολεί τις παλιές εποχές. Κι εμείς διαβάζουμε μερικές σελίδες έξοχης λογοτεχνίας για τη σχέση του γιου με τη μητέρα, σχέση η οποία μας βάζει σε σκέψεις κοιτάζοντας και τα έργα του Μπότσογλου.


2.Το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ το κέρδισε φέτος ο Γιώργος Μητάς. Το γεγονός με χαροποίησε γιατί το βιβλίο του το διάβασα το χειμώνα, με ενθουσίασε και το πρότεινα θερμά στους φίλους μου. Πρόκειται για τις «Ιστορίες του Χαλ» (Κίχλη 2011), τρία διηγήματα για την κρύα και σκοτεινή πόλη Χαλ, στη Βόρεια Αγγλία. 


Είναι θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μετασχηματίζει το παγωμένο σκοτάδι της μοναξιάς σε θερμό φως ανθρώπινης συντροφικότητας. Πώς παίρνει το μικρό, τετριμμένο και καθημερινό και το ανυψώνει σε κάτι μοναδικό.

Η τέχνη αυτή του συγγραφέα ήρθε συνειρμικά στο μυαλό μου όταν επισκέφθηκα  -την πρώτη μέρα της Άνοιξης - την έκθεση του Χρίστου Παπαδάκη, μια αναδρομική – επετειακή, όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος – έκθεση, στη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας,   με έργα σε μικρή κλίμακα τα περισσότερα.
Γιατί και στα έργα του Παπαδάκη, όπως και στα διηγήματα του Μητά, το απλό γίνεται σπουδαίο. Το ταπεινό, αποκτά ένα μεγαλείο.

Ένα τσαμπί σταφύλι, ένα τόσο δα κλωναράκι ανθισμένης μυγδαλιάς, ένας εξαϋλωμένος γέροντας, ένας βράχος…  


Τα μολύβια του χαϊδεύουν μάγουλα κοριτσιών…




...και τα κάρβουνά του – το φόρτε, νομίζω, της έκθεσης – μετουσιώνουν τη μαυρίλα σε αστραφτερό φως, δίνουν σε μαύρο - άσπρο όλο το όργιο του καλοκαιριού, τον γαλανό ουρανό, τα καψαλισμένα απ’ τον ήλιο χόρτα όπως τα γέρνει ο άνεμος, και πέρα τη θάλασσα να στραφταλίζει στ’ ασήμια του μεσημεριού…σχεδόν ακούς «το σαματά των τζιτζικιών» που θά ’ναι κρυμμένα κάπου εκεί.


Με άγγιξε αυτό το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι στα έργα του Παπαδάκη.  Γιατί όπως λέει ο ίδιος, ο οποίος είναι και ποιητής :
«Ο ζωγράφος είναι ένα είδος υφαντουργού…ξηλώνει το σκοτάδι και το υφαίνει φως.»

3. Την ίδια μέρα πήγα στα εγκαίνια της έκθεσης «Ενθύμια Τόπων ΙΙ», της ζωγράφου Γεύσως Παπαδάκη – είδατε σύμπτωση με τα επίθετα; - στη γκαλερί ASTRA. 
Είχα μόλις τελειώσει το  βιβλίο  του Τζούλιαν Μπαρνς «Ένα κάποιο τέλος» (Μεταίχμιο 2011) (βλ. και προηγούμενη ανάρτηση, ), στο οποίο ο συγγραφέας μιλά για τη μνήμη και για τα παιχνίδια που μας παίζει.



Έτσι είδα τον κάθε πίνακα σαν ένα παράθυρο στη μνήμη της ζωγράφου. Μια καταγραφή των εντυπώσεων που μένουν αφού πια έχεις φύγει από έναν τόπο,  άλλες έντονες κι άλλες αχνές σαν αμυδρές αναμνήσεις, ανάλογα με τα βιώματα που έζησες εκεί. Θραύσματα εικόνων σε επάλληλες στρώσεις, ένας πύργος, μια αγορά, μια γέφυρα, ένα πρόσωπο σ’ ένα παράθυρο… και τόπους τόπους λευκός ο καμβάς, να υποδηλώνει κάτι σβησμένο απ’ τη μνήμη, κάτι εντελώς ξεχασμένο.


 Πολύ εύστοχα, ο Νίκος Βατόπουλος στην κριτική του (εδώ), έδωσε το χαρακτηρισμό «παλίμψηστο» στα έργα, έτσι καθώς τα στρώματα των εντυπώσεων επικαλύπτονται.


Μου άρεσε  αυτό που έβλεπα γιατί οι πίνακες ανέδιδαν έναν κοσμοπολιτισμό μαζί με μια εσωτερικότητα, προκαλώντας με να αναλογιστώ ταξίδια μακρινά, αλλά και  τόπους κοντινούς κι αγαπημένους, περιπλανήσεις σε σοκάκια πόλεων και σε δαιδάλους της μνήμης, αλλά κυρίως - επηρεασμένη κι από το βιβλίο - να στοχαστώ πάνω στην επιλεκτικότητα της μνήμης, η οποία μπερδεύει της αναμνήσεις όπως της αρέσει,  κρατά ό,τι θέλει και σβήνει τα υπόλοιπα.
“Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση», όπως γράφει η Κική Δημουλά στο ποίημά της «Αυτοσυντήρηση».

Και τέλος, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν υπόγεια ρεύματα που διατρέχουν τις ηπείρους, συνδέουν τους ανθρώπους, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους δημιουργούς σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ή αυτά υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας, στη μνήμη μας, η οποία με συνειρμούς ανακαλεί εικόνες και διαβάσματα και υφαίνει το δικό της δίχτυ παγιδεύοντας τους στοχασμούς μας…








Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Διαβάζοντας για τη μητέρα


Με είχαν καλέσει πέρσι, να κάνω μια ομιλία για τη μητέρα, όπως παρουσιάζεται μέσα από λογοτεχνικά κείμενα. Σκέφτηκα, λοιπόν σήμερα να σας παρουσιάσω μερικά από τα βιβλία εκείνης της ομιλίας, αλλά και κάποια καινούρια, που διάβασα μετά.Παλιά, είχα παρακολουθήσει ένα βιωματικό σεμινάριο για τη διαχείριση της σχολικής τάξης. Μου είχε κάνει εντύπωση, τότε, πώς η προσωπικότητα της μητέρας του καθενός από μας, είχε επιδράσει σε μεγάλο βαθμό στη συμπεριφορά μας ως ενήλικες.  Γι αυτό διάλεξα και κάποια βιβλία, τα οποία αν  και δεν έχουν ως κύριο θέμα τη μάνα, μέσα  από τις γραμμές τους αναδύεται η επίδραση της μητέρας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των παιδιών της.
Γκούσταφ Κλιμτ - Μητέρα και παιδί
1. «ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ», Νταβίντ Γκρόσμαν, (Καστανιώτης)
Ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα από το Ισραήλ. Αν και ο συγγραφέας είναι άντρας, γονιός, όμως, κι αυτός,  παρουσιάζει αριστοτεχνικά την αγωνία της μάνας που τρέμει για το γιο της, ο οποίος έφυγε για πολεμικές επιχειρήσεις.
Η μάνα προσπαθεί να ξορκίσει το κακό με διάφορα κόλπα. Φεύγει από το σπίτι για να μην την βρουν αυτοί που θα έρθουν να της αναγγείλουν το νέο που τόσο φοβάται. Μιλάει συνεχώς για το γιο της, περιγράφοντας όλες τις στιγμές της ζωής του, πιστεύοντας πως όσο μιλάει γι αυτόν θα είναι ασφαλής.
Σε μια μοναδική σκηνή η μάνα σκάβει με τα χέρια της έναν μικρό λάκκο στο χώμα και χώνει το πρόσωπο της μέσα. Καθώς γεύεται τη γεύση του χώματος «… σαν καρφί είχε μπηχτεί στο μυαλό της η σκέψη πως έπρεπε, έπρεπε να ξέρει πώς είναι, άλλωστε κι όταν ήταν μωρό δοκίμαζε πριν απ’ αυτόν ό,τι του είχε ετοιμάσει, να δει μήπως ήταν ζεστό ή παραήταν αλμυρό». Και μετά, πάντα με το πρόσωπο χωμένο στο χώμα της μιλάει, μιλάει στη Γη για το παιδί της. «Τι κάνω, σκέφτηκε, της μιλάω γι αυτόν, γιατί της μιλάω γι αυτόν, και τρόμαξε, ίσως την ετοιμάζω για κείνον, για να ξέρει πώς να τον περιποιηθεί».
Να σημειώσω ότι ο γιος του Γκρόσμαν σκοτώθηκε όταν τελείωνε το γράψιμο του βιβλίου αυτού.

2. «ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ», Σώτη Τριανταφύλλου, (Πατάκης)
Στην τραγωδία του Ευριπίδη ΕΚΑΒΗ ιστορούνται τα δεινά του πολέμου και της σκλαβιάς και περιγράφεται πώς η χαροκαμένη Εκάβη εκδικείται με φοβερό τρόπο τον φονιά του μικρού της γιου, Πολύδωρου. Έτσι μέσα από την τραγική φιγούρα της μητέρας ο Ευριπίδης μας δείχνει πώς ο πόλεμος μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα, είτε αυτοί είναι οι θύτες είτε τα θύματα. Δικαιολογούμε όμως, κάπως, την πράξη της Εκάβης, γιατί καταλαβαίνουμε πως δεν μπορεί ποτέ μια μητέρα να συγχωρέσει το φονιά του παιδιού της.
Κι όμως, μια σύγχρονη ελληνίδα συγγραφέας, η Σώτη Τριανταφύλλου, βλέπει το θέμα από άλλη οπτική γωνία.
Στην Αμερική, το 1994, εξαφανίζεται ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Η μητέρα του Αντόνια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, βλέπει εφιάλτες και η σχέση της με τον άντρα της κλονίζεται μέχρι που αυτός την εγκαταλείπει. Μετά από έξι ολόκληρα χρόνια ο φονιάς συλλαμβάνεται και ομολογεί.  Ακολουθεί η καταδίκη του σε θάνατο.  Η Αντόνια αισθάνεται την επιθυμία να γνωρίσει τον άνθρωπο αυτόν και τον επισκέπτεται στη φυλακή. Ξαφνιάζεται που δεν βλέπει απέναντι της ένα τέρας, αλλά ένα συνηθισμένο άνθρωπο, δεν αισθάνεται πια μίσος γι αυτόν και αρχίζει να σκέφτεται πως η εκτέλεσή του δεν πρόκειται να της φέρει πίσω το παιδί της.
Ακόμη, βλέπει μέσα στο κτήνος και την ανθρώπινη πλευρά, όταν μαθαίνει πως κι αυτός είχε κακοποιηθεί μικρός από τον πατέρα του..
«Αν πεθάνει το κτήνος, θα πεθάνει κι ο άνθρωπος» λέει, και στο τέλος τον συγχωρεί για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της.

3. ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Ζοζέ Σαραμάγκου, (Καστανιώτης)
Όταν σε μια πόλη πέφτει επιδημία τύφλωσης, η μόνη γυναίκα που για κάποιο μυστηριώδη λόγο δεν τυφλώνεται, παίρνει υπό την προστασία της μια μικρή ομάδα τυφλών και τους καθοδηγεί. Και αναγκάζεται για χάρη τους να κάνει πολύ σκληρά πράγματα, να ταπεινωθεί, να σκοτώσει, πράξεις και θυσίες, τις οποίες μόνο μια μάνα θα έκανε για τα παιδιά της. Επειδή πιστεύω πως κάθε γυναίκα έχει στα γονίδια της το μητρικό φίλτρο, είτε αυτή έγινε  μάνα, είτε όχι, διαβάζοντας το βιβλίο αυτό του Πορτογάλου νομπελίστα, σκεφτόμουν πάντα τη γυναίκα αυτή σαν μια μητέρα γι αυτούς τους τυφλούς.

4. «Η ΑΝΑΣΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΜΑΣ», Περιχάν Μαγκντέν, (Μελάνι)
Η Τουρκάλα συγγραφέας Περιχάν Μαγκντέν στο βιβλίο της μας δείχνει πόσο ισχυρό είναι το μητρικό φίλτρο, ακόμη και σε μια μάνα της οποίας το μυαλό έχει σαλέψει. Κάνει τις πιο τρελές πράξεις για να προστατέψει την κόρη της από φανταστικούς εχθρούς.

5. «ΜΑΜΑ», Μαργαρίτα Καραπάνου, (Ωκεανίδα)
«Σας λατρεύω. Έλεος… Κάνε μου τη χάρη να μ’ αγαπήσεις…» εκλιπαρεί τη μητέρα της η συγγραφέας. Η Καραπάνου μεγάλωσε με την αίσθηση πως η όμορφη, πετυχημένη, ανεξάρτητη μητέρα της δεν την αποδεχόταν, κι αυτό ήταν το παράπονό της. Σ’ ένα σπαρακτικά εξομολογητικό κείμενο της μιλά και της εκφράζει τη λατρεία αλλά και το μίσος της, το παράπονο και την αποστροφή της.
Εδώ μπορείτε να βρείτε μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου από τον Μανώλη Ανδριωτάκη.
 «Η μαμά κάθεται στην πολυθρόνα της. Τα μαλλιά της είναι κάτασπρα. Έξω βροντάει. Είναι τόσο αδύνατη! Τόσο γριά! Έτσι τη θέλω. Δικιά μου…»
Χρόνης Μπότσογλου -Η μητέρα του ζωγράφου
λέει, κοιτάζοντας τη μητέρα της, ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με τα λόγια αυτά, δείχνει πόσο απελπισμένα επιθυμούσε την αγάπη της μητέρας της, την οποία δεν είχε, όσο αυτή ήταν νέα και όμορφη.
Πράγματι, το να βιώνει ένα παιδί την απόρριψη της μητέρας είναι κάτι που δύσκολα το αντέχει.

6. «ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ», Τζόναθαν Κόου, (Πόλις)
Εδώ η απόρριψη που βιώνει ένα κορίτσι όταν χάνει τον αγαπημένο σκύλο της μητέρας του, φαρμακώνει τόσο πολύ τη ζωή του, ώστε, όπως η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από την περιγραφή οικογενειακών φωτογραφιών, το δηλητήριο περνά από γενιά σε γενιά διαταράζοντας τις σχέσεις και οδηγώντας την να απορρίψει κι εκείνη με τη σειρά της την κόρη της, αλλά και την κόρη της να απορρίψει αργότερα το δικό της παιδί.

Δεν είναι όμως μόνον η απόρριψη που πληγώνει τα παιδιά. Ας γυρίσουμε πάλι στην Καραπάνου. Αν και λατρεύει τη μητέρα της, περιμένει το θάνατό της για να ελευθερωθεί.
«Το σπίτι είναι πάντα δικό σου, δεν έχω αλλάξει τίποτα. Κι όμως κάτι αισθάνομαι. Μια λύτρωση», της λέει μετά το θάνατό της.
Γιατί ένα παιδί να αισθανθεί λύτρωση με το θάνατο της μάνας του;
Μήπως η τάση της μητέρας να προστατεύσει τα παιδιά της τείνει να μετατραπεί σε καταπίεση, σε μια σχέση εξουσίας της μάνας πάνω στη ζωή του παιδιού της;
7. «ΔΙΟΡΘΩΣΗ», Τόμας Μπέρνχαρντ, (Εξάντας)
Από την Αυστρία μας έρχεται μια ιστορία, στην οποία ο συγγραφέας σ’ ένα απαιτητικό, δύσκολο κείμενο, μιλά για ένα αυτόχειρα επιστήμονα του οποίου η ζωή μοιάζει αρκετά εκκεντρική. Προς το τέλος του βιβλίου, διαφαίνεται η αιτία αυτής της ιδιορρυθμίας, καθώς μέσα από το ημερολόγιό του ο νεκρός εκφράζεται με τα χειρότερα λόγια για τους γονείς του και κυρίως για τη μητέρα του:
«Θυμούμαι ότι η μητέρα μου το καλοκαίρι με φυλάκιζε πάντοτε στο εντελώς εκτεθειμένο στον ήλιο, στο λεγόμενο ανατολικό δωμάτιο του εξώστεγου, αν δεν κατόρθωνε να μου επιβάλει τη θέλησή της…» «Θυμούμαι ότι επιπλέον συνεχώς μου έλεγε, μακάρι να μη με είχε, ήθελε να με πληγώσει και με πλήγωνε, ήμουν η πεμπτουσία του κακού ήδη σε μια ηλικία στην οποία κάτι τέτοιες  παρατηρήσεις μπορεί να είναι θανάσιμες, μπορεί να επιδράσουν θανάσιμα στην ψυχή.»

Τα όρια της μητρικής εξουσίας διερευνά και μια Αμερικανίδα συγγραφέας, η Τόνι Μόρισον. Η Μόρισον είναι μαύρη και ασχολήθηκε πολύ με την ιστορία των σκλάβων και το ζήτημα της δουλείας.
8. «ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ», Τόνι Μόρισον, (Νεφέλη)
Στο βιβλίο που είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία,  μια μαύρη σκλάβα η οποία βιάστηκε, μαστιγώθηκε και βασανίστηκε σκληρά από τους λευκούς αφέντες της, κάποια στιγμή καταφέρνει με τα παιδιά της να το σκάσει. Οι διώκτες όμως την ανακαλύπτουν μετά από καιρό, κι εκείνη όταν τους βλέπει να πλησιάζουν καταφεύγει στην παιδοκτονία.
Εδώ η μητέρα σκοτώνει το παιδί της από αγάπη. Για να το προστατεύσει. Το φάντασμα, όμως του μικρού κοριτσιού, η Αγαπημένη, στοιχειώνει τη ζωή της μητέρας, την ακολουθεί κατά πόδας και δεν την αφήνει να ησυχάσει.

9. «ΕΛΕΟΣ», Τόνι Μόρισον (Νεφέλη)
Και μια ακόμη ηρωίδα σε ένα άλλο, συγκλονιστικό βιβλίο της Τόνι Μόρισον,  πληγώνεται από τη χρήση εξουσίας της μητέρας στη ζωή της.
Στο σπίτι του λευκού αφέντη καταφθάνει ένας ξένος, στον οποίο ο αφέντης χρωστά χρήματα. Εκείνος του προτείνει να του δώσει κάποια σκλάβα έναντι του ποσού. Η μικρή Φλόρενς στέκεται δίπλα στη μητέρα της, η οποία κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό αδελφό της.  Ο ξένος δείχνει τη μητέρα της. Θα πάρω αυτήν, λέει, όχι το μωρό.
Ας δούμε πως διηγείται τη σκηνή η ίδια:
«Η μητέρα μου εκλιπαρεί όχι. Το αγοράκι της είναι ακόμα στο βυζί. Πάρτε το κορίτσι, λέει, την κόρη μου. Εμένα, εμένα.»
Ο Ξένος δέχεται και παίρνει τη μικρή μαζί του. Η σκηνή αυτή μένει για πάντα χαραγμένη στην ψυχή της Φλόρενς, η οποία αν και δεν περνά άσχημα με τους καινούριους κυρίους της, δεν μπορεί, ακόμη και μεγάλη να ξεπεράσει το γεγονός ότι η μάνα της την έδωσε. Μένει για πάντα τραυματισμένη από την πράξη αυτή της μητέρας της.
«Οι μανάδες που ταΐζουν λαίμαργα μωρά με φοβίζουν. Ξέρω πώς γίνονται τα μάτια τους όταν διαλέγουν. Πώς σηκώνουν το βλέμμα τους για να με κοιτάξουν σκληρά, ... … λέγοντας κάτι σημαντικό για μένα, κρατώντας όμως το χέρι του μικρού τους αγοριού».
Στο τέλος του βιβλίου όμως ακούμε και τη φωνή της μητέρας, η οποία αναγκαζόταν να υποκύπτει στις αισχρές ορέξεις του αφεντικού της και έβλεπε τώρα καθώς η κόρη της μεγάλωνε, τη ματιά του να πέφτει πάνω της. Προσπαθεί να βρει μια ευκαιρία να σώσει την Φλόρενς από τα νύχια του.
«Μια ευκαιρία σκεφτόμουν…  …Στεκόσουν εκεί μ’ εκείνα τα παπούτσια κι ο ψηλός άντρας γέλασε και είπε ότι θα έπαιρνε εμένα για να σβήσει το χρέος. Ήξερα ότι ο Σενιόρ δεν θα το επέτρεπε. Είπα εσένα. Να πάρει εσένα, την κόρη μου. Επειδή είδα ότι ο ψηλός άντρας σε έβλεπε σαν ανθρώπινο παιδί, όχι σαν ένα κομμάτι οκτώ χρονών.»
Στην πραγματικότητα,  δηλαδή, η μητέρα της την έσωσε από τον φιλήδονο αφέντη. Βλέπουμε όμως ότι ακόμη και μια πράξη ελέους που γίνεται για να προστατεύσει η μητέρα την κόρη έχει απρόβλεπτες συνέπειες.  Έτσι τα λόγια της μητέρας λειτουργούν μεν λυτρωτικά για μας, τους αναγνώστες, όχι όμως για την ίδια την κόρη, η οποία δεν τα άκουσε ποτέ και υποφέρει επειδή δεν γνωρίζει γιατί την έδιωξε η μάνα της. Γιατί οι πράξεις εξουσίας της μητέρας πάνω στα παιδιά της είναι εκείνες που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή των παιδιών και δεν σβήνουν ούτε όταν αυτά μεγαλώνουν.

Φερνάντο Μποτέρο- Μητέρα και παιδί 
Η μητέρα μου, η οποία με υπεραγαπούσε, όταν καταλάβαινε ότι με καταπίεζε κι εγώ δυσφορούσα, μου έλεγε:
«Η αρκούδα από την πολλή της αγάπη έσφιξε το αρκουδάκι και το σκότωσε».
Πώς να αγαπήσει όμως, μια μάνα  χωρίς να καταπιέσει το παιδί της;
Πώς να προστατέψει χωρίς να εξουσιάσει;
Μια απάντηση δίνει ένας ψυχαναλυτής.

10. «Η ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», Ίρβιν Γιάλομ, ( Άγρα)
Στο αφήγημα του ο διάσημος ψυχαναλυτής περιγράφει την, πεθαμένη πια, μητέρα του :
«Η μάνα μου ήταν ματαιόδοξη, ελεγκτική, παρεμβατική, καχύποπτη, μοχθηρή, τρομερά ισχυρογνώμων…
…Ποτέ ούτε μια φορά δεν θυμάμαι να ζήσαμε οι δυο μας μια στιγμή ζεστασιάς.»
Κι όμως, όταν βρίσκεται στο θάλαμο της εντατικής, νομίζοντας πως πεθαίνει, φωνάζει μέσα στο όνειρο του με αγωνία:
«Μάνα! Πώς τα πήγα; Μάνα; Πώς τα πήγα;»
Ρωτά εναγωνίως τη μητέρα του, αν εγκρίνει τον τρόπο που έζησε τη ζωή του και συνειδητοποιεί πως ό,τι έκανε, ό,τι δημιούργησε, το έκανε για να κερδίσει την αποδοχή αυτής της κακιάς, όπως την περιγράφει, μητέρας.
Βίνσεντ Βαν Γκογκ - Η μητέρα του ζωγράφου

Μέσα στο όνειρο του, πλάθει έναν φανταστικό διάλογο με τη μητέρα του όπου ο ένας κατηγορεί τον άλλον για την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Σιγά σιγά όμως μέσα από τη συνομιλία ξεδιαλύνουν οι καταστάσεις και λύνονται οι παρεξηγήσεις. Αυτός ο φανταστικός διάλογος με την πεθαμένη από χρόνια μητέρα, είναι ένα τέχνασμα  του ψυχαναλυτή συγγραφέα για να μας δείξει πόσο αναγκαίο είναι να εξηγούνται κάποια πράγματα.
«Μάνα, τώρα συζητάμε, κι αυτό είναι καλό»,
της λέει κάποια στιγμή και προτείνω να σταθούμε στη φράση αυτή, καθώς πιστεύω πως είναι μια φράση – κλειδί, για τη σχέση μητέρας και παιδιού, αλλά και γενικότερα για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, καθώς αυτές κλονίζονται περισσότερο απ’ όσα μένουν ανείπωτα.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Σιγανά πατώ στη γη



 Το στίχο «σιγανά πατώ στη γη» τον ακούμε σ’ ένα πολύ όμορφο παραδοσιακό τραγούδι, στο «Τζιβαέρι μου».

Αν και το τραγούδι αναφέρεται στον καημό της ξενιτιάς και υποθέτω πως θέλει να δείξει τη μεταμέλεια αυτού που έστειλε στα ξένα «το τζιβαέρι» του, το θησαυρό του (τζιβαέρι, από την τουρκική λέξη cevher/ cevahir, που σημαίνει πολύτιμος λίθος) οι στίχοι που ανέφερα το συνδέουν και με τις επιστήμες του περιβάλλοντος. Και να πως:
Υπάρχει στις επιστήμες αυτές ένας όρος, το «οικολογικό αποτύπωμα»,  που μας δείχνει πόσο "βαριά" πατάμε πάνω στη Γη. Αναφέρεται στην έκταση παραγωγικής γης, πόσιμου νερού και θάλασσας, που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών μας σε τροφή, ενέργεια, νερό  και πρώτες ύλες συνυπολογίζοντας τις εκπομπές ρύπων και την έκταση που χρειάζεται για την απόθεση των απορριμμάτων.
Για να το πούμε πιο απλά, είναι ένα εργαλείο που μετρά την επίπτωση που έχει ο καθένας μας στον πλανήτη με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τους πόρους της Γης στην καθημερινή του ζωή (στο φαγητό, στις μετακινήσεις, στην καθαριότητα, στη διασκέδασή μας).
Ένα παράδειγμα, που το συζητούσαμε με τους μαθητές μου στο σχολείο, είναι η σοκολάτα.
Από τα δέντρα που κόβονται για να γίνουν φυτείες κακάο, τα καύσιμα που ξοδεύονται για τη μεταφορά και την παραγωγή της σοκολάτας, μέχρι το χαρτί περιτυλίγματος, αλλά και την διαφήμιση, μια πλάκα σοκολάτας μπορεί να επιβαρύνει τον πλανήτη μας. Το ίδιο συμβαίνει με ένα φλιτζάνι καφέ, ένα σάντουιτς κλπ.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να τρώμε ή να παράγουμε, αλλά ότι πρέπει να υιοθετήσουμε κάποιες συμπεριφορές, οι οποίες θα ελαφρύνουν το αποτύπωμά μας πάνω στη Γη.

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να παίξετε ένα παιχνίδι που μας δείχνει πόση έκταση γης χρειάζεται για να υποστηρίξει τον τρόπο ζωής μας :    οικολογικό παιχνίδι 
Το παιχνίδι του Οικολογικού Αποτυπώματος προσφέρει ένα διαδραστικό και διασκεδαστικό τρόπο για να εξερευνήσουμε και να μειώσουμε το αποτύπωμά μας. Μας βοηθά να ανακαλύψουμε τις πιο καταναλωτικές σε πόρους δραστηριότητές μας και μας δείχνει τι πρέπει να κάνουμε για να πατάμε στη Γη όσο γίνετε πιο ελαφρά.
  
Υπάρχει, επίσης, ένα βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006  - κατάλληλο για παιδιά αλλά και για μεγάλους - με τον χαρακτηριστικό τίτλο « Ελαφροπάτητα», του Κώστα Βασιλάκη (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη), εικονογραφημένο πολύ όμορφα από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο.
Το βιβλίο αυτό μέσα από την παρουσίαση τρόπων προσωπικής δράσης, στοχεύει να μας ενεργοποιήσει να δείξει το πώς ο καθένας μας μπορεί να επιδράσει θετικότερα στο περιβάλλον χωρίς να περιμένουμε από τους «άλλους» (Κράτος, βιομηχανία, επιχειρήσεις κλπ.) να κάνουν κάτι.


Μια κριτική για το βιβλίο από τη Μαρία Καραβία μπορείται να διαβάσετε εδώ.

Περισσότερα για να γίνουμε πιο αλαφροπάτητοι μπορείτε να βρείτε εδώ.

Στην κορυφή της Όχης, στην Εύβοια, υπάρχει ένα κτίσμα με τεράστιους ογκόλιθους, γνωστό ως Δρακόσπιτο, επειδή οι άνθρωποι πίστευαν πως μόνον ένας δράκος θα μπορούσε να μετακινήσει τόσο μεγάλες πέτρες για να το κτίσει. Στην ίδια κορυφή υπάρχουν και κάτι τεράστια βαθουλώματα, τα οποία τρυπάνε τα σχιστολιθικά πετρώματα της και για τα οποία ο μύθος λέει πως είναι οι πατημασιές του δράκου που ακόμα κοιμάται εκεί κοντά. Να όμως που οι μύθοι μπορεί να αποδειχθούν προφητικοί, καθώς εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι δράκοι που πατώντας με όλο μας το βάρος, αφήνουμε βαθιά τα ίχνη της πατημασιάς μας πάνω στον όμορφο πλανήτη που μας δόθηκε.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Σ’ ένα φίλο που έφυγε


Ο Αλέξανδρος είναι ένας από τους καλούς φίλους που γνωρίσαμε μέσα από τον κοινό πόνο, ένα από τα κέρδη της μακροχρόνιας αρρώστιας – ναι, υπάρχουν και οφέλη από τον καρκίνο. Αν και η γνωριμία μας υπήρξε σύντομη, η έντονη προσωπικότητα και ο διεισδυτικός  στοχασμός του την έκαναν πολύ ουσιαστική, έτσι ώστε να τον θεωρούμε δικό μας άνθρωπο.
Σε ηλικία δώδεκα ετών έχασε τον πατέρα του, κι αργότερα τη μητέρα του και τις γιαγιάδες, όλους από την ίδια αρρώστια κι όταν ο ίδιος «κάβουρας» δάγκωσε και τον ίδιο, είπε : «Όχι, αυτή τη φορά, όχι!» και το πάλεψε. Όμως, στον «εμφύλιο πόλεμο», όπως έλεγε ο ίδιος,  που είχε ξεσπάσει μέσα του, τα γερά του κύτταρα νικήθηκαν  από τα αρρωστημένα  αδέλφια τους, κι έτσι πριν την Ανάσταση έφυγε από κοντά μας.
Ο Αλέκος είχε πολλές γνώσεις, πολλά ενδιαφέροντα κι είχε ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι, επιδιώκοντας να αναστήσει και να διατηρήσει την παραδοσιακή μουσική της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Τον αποχαιρετούμε, λοιπόν,  με τον «Αμάραντο», ένα τραγούδι, το οποίο άλλοι θεωρούν του χορού και του γλεντιού κι άλλοι ερωτικό, ενώ εκείνος μας έμαθε πως είναι τραγούδι της ξενιτιάς. Κι αυτό γιατί, όπως γράφει στο εκτεταμένο του σημείωμα το οποίο περιέχεται στο δίσκο «Τραγούδια της Νεβρόπολης» (Επιμέλεια – Kείμενα: Αλέξανδρος Ζούκας) του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Λίμνης Πλαστήρα, εκτός από τους γνωστούς στίχους, υπάρχουν κι άλλοι, οι οποίοι παραλείπονται συνήθως από τους εκτελεστές.
Η γνωστή μορφή του τραγουδιού είναι η παρακάτω:

Α για δε-  καλέ  για δε – ορέ για δέστε τον, τον αμάραντο
για δέστε τον αμάραντο σε τι βουνό φυτρώνει, καλέ.

Α φυτρώ – καλέ φυτρώ – αχ φυτρώνει μες, μες τα δύσβατα
φυτρώνει μες τα δύσβατα στις πέτρες τα λιθάρια, καλέ.

Α ποτέ – καλέ ποτέ – αχ ποτέ του δε, ορέ δεν ποτίζεται
ποτέ του δεν ποτίζετε μα δεν κορφολογιέται, καλέ.

Α τον τρων -  καλέ τον τρων – τον τρων τα λάφια και ψοφούν
αχ τον τρων τα λάφια και ψοφούν τα’ αρκούδια κι ημερεύουν, καλέ.  

Στο κείμενο του, όμως,  ο Αλέξανδρος Ζούκας, σημειώνει πως σε μια ολοκληρωμένη παραλλαγή του 1891, από την Ήπειρο, το τραγούδι φαίνεται να έχει τους παρακάτω στίχους:

Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι ραδιό φυτρώνει
δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρ’ αξαίνει,
με το ηλιό ποτίζεται, με το φεγγάρ’ αξαίνει.
Τον τρων τα λάφια και ψοφούν, τα’ αρκούδια κι μερεύουν
τον τρων τα λάια πρόβατα κι αλησμονούν τα’ αρνιά τους.
Να τούχε φάει κι η μάνα μου, μη μήχε  κάμ’ εμένα,
σα μ’ έκαμε, τι μ’ ήθελε, σα μ’ έχει τι με θέλει;
Η ξενιτιά με χαίρεται, τα έρημα τα ξένα.

Στην ολοκληρωμένη, δηλαδή, εκδοχή, ο ξενιτεμένος, καταριέται τη στιγμή που γεννήθηκε, αφού η ζωή του επιφύλαξε τέτοια σκληρή δοκιμασία.
Μετά από σκληρή δοκιμασία έφυγε κι ο φίλος μας. Του ευχόμαστε  καλό κατευόδιο. Κι αν οι νεκροί πίνουν από «της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση» για να ξεχάσουν τους ζωντανούς, εμείς εδώ ούτε που θ’ αγγίξουμε τον αμάραντο, θα τον τραγουδάμε μόνο, για να  θυμόμαστε πάντα τον Αλέξανδρο.